Σάββατο, 29 Μαΐου 2010

Πως ήρθες ως εδώ;θυμήσου ταξιδιώτη.

Συνέχεια από το Γ΄
Ο "συνωστισμός" στο λιμάνι της Σμύρνης την ώρα της φωτιάς.
Πρόσφυγες του ’22 στη «μητέρα-πατρίδα»
Παραθέτω μία έξοχη έρευνα του ιστορικού Βλάση Αγτζίδη
(γράφει ο dimitrisdoctor2.blogspot.com)
σχετικά με την υποδοχή που έτυχαν οι Πόντιοι αλλά και γενικά οι Έλληνες πρόσφυγες το 1922 από τους παλαιοελλαδίτες συμπατριώτες τους. Οι ομοιότητες με τη σημερινή εποχή είναι πολλές και εν πολλοίς ισχύει κι εδώ το "σύνδρομο του γεμάτου λεωφορείου" πολλοί απόγονοι των προσφύγων του 1922 είναι σήμερα ρατσιστές με τους σημερινούς πρόσφυγες, όπως ακριβώς συμβαίνει σε ένα ασφυκτικά γεμάτο αστικό λεωφορείο που κάνει στάση: αυτός που είναι στη στάση σπρώχνει για να μπει, απαιτώντας από όσους βρίσκονται μέσα να συμπτυχθούν. Και έτσι στριμώχνεται, μπαίνει και η πόρτα κλείνει μετά από πολλές προσπάθειες του οδηγού. Στην επόμενη στάση, ο ευεργετημένος επιβάτης δυσφορεί με τους επόμενους που θέλουν να κάνουν το ίδιο που έκανε κι αυτός πριν. Δυστροπεί, νευριάζει και πολλές φορές επιτιμά και επιπλήττει όσους θέλουν να μπουν λέγοντάς τους ότι "το λεωφορείο είναι γεμάτο"...
Η αντιμετώπιση των προσφύγων. Οι δικοί μας Παλαιστίνιοι
Η υποδοχή
Η ελλαδική κοινωνία είχε ήδη διαμορφώσει τις εικόνες της για τους ομοεθνείς της απ’ την άλλη πλευρά του Αιγαίου. Και οι εικόνες αυτές ήταν ήδη αρνητικές απ΄ την εποχή του ’16, που απ’ τη μια το Εργατικό Κέντρο Αθηνών ζητούσε να απαγορευτεί η πρόσληψη προσφύγων εργατών και απ’ την άλλη οι πρωτοφασιστικές ομάδες των «Επίστρατων» του Δ. Γούναρη και
του Ι. Μεταξά οργάνωναν το πογκρόμ κατά των προσφύγων ως βενιζελικών.(1)
Το αρνητικό στερεότυπο που είχε δημιουργηθεί στην ελλαδική κοινωνία από τη φιλομοναρχική προπαγάνδα θα επιβεβαιωθεί πλήρως από έναν κορυφαίο διανοούμενο, εκφραστή του βαλκανικού ελληνικού εθνικισμού, τον Ίωνα Δραγούμη, ο οποίος το 1919 θεωρούσε ότι οι Μικρασιάτες, όπως και οι Κρητικοί, ήταν τα όργανα υποταγής της Παλαιάς Ελλάδας στον «αγγλογαλλικό ιμπεριαλισμό».(2)
Η αρχική μαζική εγκατάσταση Ποντίων προσφύγων στην Ελλάδα θα σημειωθεί κατά τρία κύματα: κατά την πρώτη φάση της γενοκτονίας στον Πόντο (1916-1918), μετά την αποχώρηση του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος από τη Νότια Ρωσία τον Ιούνιο του 1919, και μετά την εκκένωση του Καρς και Αρνταχάν και τη δημιουργία ενός σημαντικού ελληνικού προσφυγικού ζητήματος στη Νότια Ρωσία.(3)
Χιλιάδες απ’ αυτούς θα έρθουν στην Ελλάδα την περίοδο 1919-1920. Η κατάσταση όπως αποτυπώνεται στις ανταποκρίσεις της εποχής είναι κακή: «Οι δυστυχείς Καυκάσιοι λιμοκτονούν και πάλιν, παρά τας διαφόρους διαβεβαιώσεις, ότι ελήφθη πάσα φροντίς να μη μένωσι νηστικοί, ότι θα γίνουν πρατήρια, ότι τέλος δεν θ’ αποθάνουν από την πείναν και το κρύο… Μετά φρίκης μανθάνομεν ότι αποθνήσκουν 44 καθ’ εκάστην…. Εμάθομεν ακόμη ότι τα δήθεν Νοσοκομεία των προσφύγων είναι σε αθλία κατάστασιν, υπάρχουν μόνον δύο ιατροί, οι οποίοι μόλις προφταίνουν να πιστοποιούν τους θανάτους. Δεν θέλομεν να είπωμεν περισσότερα, νομίζομεν όμως ότι αν τους παραδίδομεν εις τον Μουσταφά Κεμάλ, θα τους μεταχειρίζετο ίσως καλύτερον…»(4).
Μετά τις εκλογές του 1920 η Μικρασιατική Εκστρατεία μετατράπηκε σε μια άχαρη στρατιωτική εμπλοκή, από την οποία οι κρατούντες προσπαθούσαν συνεχώς, και ανεπιτυχώς, να απεμπλακούν. Πριν ακόμα από την Καταστροφή οι μοναρχικές εφημερίδες ζητούσαν να επιστρέψει ο στρατός «Οίκαδε» και καλούσαν να σταματήσει να χύνεται το αίμα των «Πομερανών» τους στην άξενη Μικρά Ασία.(5) Οι Μικρασιάτες ήταν ήδη ανεπιθύμητοι στην Ελλάδα και αυτό εκφράστηκε στο υψηλότατο δυνατό επίπεδο τον Ιούλιο του 1922, όταν με το νόμο 2670/1922 και με τις υπογραφές του βασιλιά Κωσταντίνου, Γούναρη και Ρούφου απαγορεύτηκε στον ελληνικό πληθυσμό της Ιωνίας να αποχωρήσει, ενώ είχε ήδη αποφασιστεί η εκκένωση της Μικράς Ασίας από τον ελληνικό στρατό. Αυτό συνέβη τη στιγμή που η ίδια κυβέρνηση είχε απαγορεύσει τον εξοπλισμό των Μικρασιατών και τη δημιουργία μικρασιατικού στρατού με στόχο την αυτονόμηση της Ιωνίας θέτοντας εκτός του πλαισίου της νομιμότητας και τη δράση της Μικρασιατικής Άμυνας. Αλλά και μετά την κατάρρευση του Μετώπου τον Αύγουστο του ΄22, η ελληνική κυβέρνηση με τηλεγράφημά της προς τον αρμοστή στη Σμύρνης Αριστείδη Στεργιάδη του ζητά να μην επιτρέψει τους Έλληνες της Ιωνίας να φύγουν για την Ελλάδα και δημιουργηθεί έτσι «προσφυγικό πρόβλημα». Χαρακτηριστικό είναι το στιγμιότυπο που διασώζει ο Γρηγόρης Δαφνής: Λίγο πριν την αναχώρηση από τη Σμύρνη των ελληνικών υπηρεσιών και ενώ το μέτωπο είχε σπάσει, ο νεαρός πολιτικός Γεώργιος Παπανδρέου ενημερώνεται από τον Στεργιάδη για την επερχόμενη καταστροφή.
Στην ερώτηση του Παπανδρέου «Γιατί δεν ειδοποιείται τον κόσμο να φύγει;», ο Στεργιάδης απαντά: «Καλύτερα να μείνουν εδώ να τους σφάξει ο Κεμάλ γιατί αν πάνε στην Αθήνα θα ανατρέψουν τα πάντα».(6)
Ως αποτέλεσμα της πολιτικής εθνικής εκκαθάρισης που επέλεξαν οι νικητές και εκφράστηκε, πραγματικά αλλά και συμβολικά, με τη σφαγή και την πυρπόληση της Σμύρνης, οι ακτές της Ελλάδας γέμισαν από τους δεκάδες χιλιάδες απόκληρους πρόσφυγες της Καταστροφής.(7)
Η παρακάτω εικόνα από τις πρώτες μέρες της ήττας, είναι χαρακτηριστική: «Δεν άκουγε κανείς εκείνες τις μέρες τίποτα άλλο από τα στόματα όλων αυτών παρά κατάρες στο Βενιζέλο και βλαστήμιες: "Αχ αυτοί οι τουρκοσπορίτες Έλληνες της Μικράς Ασίας μας πήραν στο λαιμό τους. Μακάρι να τους σφάξει όλους ο Κεμάλ και να μη μείνει ούτε ποδάρι από δαύτους"…(8)
Η μοναρχική παράταξη θεωρούσε τους πρόσφυγες «ξένο σώμα» στην Ελλάδα.(9)
Ο αρχικός εκνευρισμός που ένοιωσαν οι ντόπιοι για τους πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής πήρε σύντομα τη μορφή εχθρότητας.(10) Η ρατσιστική συμπεριφορά κατά των προσφύγων θα αποτελέσει γενικευμένη κοινωνική συμπεριφορά, τόσο των ελλαδιτών Ελλήνων, όσο και των εθνικών και θρησκευτικών μειονοτήτων που κατοικούσαν τότε στην Ελλάδα. Δεν θα υπάρξουν σημαντικές εκδηλώσεις κοινωνικής αλληλεγγύης.(11) «Η βρισιά ΄΄τουρκόσπορος΄΄ μαζί με σωρό ανάλογες βρισιές, όπως ΄΄σκατοουγλούδες΄΄, ΄΄παληοαούτηδες΄΄ κ.λπ. ήταν στην ημερήσια διάταξη, από ανώτερα και κατώτερα κυβερνητικά όργανα…»(12)
 Το συναίσθημα αυτό περιγράφεται από τον Π. Κανελλόπουλο: «Μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού, που από το 1915 είχε διχασθεί δεν αντίκρυσε τους πρόσφυγες με συμπάθεια, όταν τα αδυσώπητα κύματα της ιστορίας τους έριξαν πάνω στους βράχους της Ελλάδας. Δεν υπήρξε συμπάθεια, δεν υπήρξε απάθεια, υπήρξε αντιπάθεια»(13)
Για τους ίδιους τους πρόσφυγες, η επαφή με τους γηγενείς υπήρξε ένα τραυματικό πολιτισμικό σοκ.(14)
Με την έναρξη της ανταλλαγής των πληθυσμών, ως απόρροια της συνθήκης της Λωζάννης, θα αρχίσει η ολοκλήρωση της μετακίνησης. Στα λοιμοκαθαρτήρια της Μακρονήσου, του Αγίου Γεωργίου Σαλαμίνας, του Καραμπουρνού στη Θεσσαλονίκη, στο Βίδο, γνωστό και ως «νησί του θανάτου» στην Κέρκυρα και άλλού θα επαναληφθούν οι σκηνές του 1920. Χιλιάδες εξαθλιωμένοι πρόσφυγες θα χάσουν τη ζωή τους στον προθάλαμο της «μητέρας-πατρίδας».(15)
 Ο Κώστας Γαβριηλίδης θα γράψει: «Γεμάτη από στερήσεις η ζωή. Ιατροφαρμακευτική περίθαλψη καμιά. Δουλειά δεν υπήρχε πουθενά. Ζώα και γεωργικά εργαλεία για να επιδοθούμε στην καλλιέργεια δεν είχαμε… Περάσαμε μια ζωή δραματική. Ο κόσμος λιποθυμούσε από την πείνα. Τα παιδιά μας είχαν μείνει πετσί και κόκαλο…»(16)
Οι γηγενείς της υπαίθρου θα ανταγωνιστούν τους πρόσφυγες προσπαθώντας να καταπατήσουν τα Ανταλλάξιμα κτήματα. Συνήθως οι πρόσφυγες δέχονται οργανωμένες επιθέσεις από ομάδες γηγενών, που προσπαθούσαν να τους εκδιώξουν από τα μέρη τους. Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή του κλίματος στο χωριό Ροδολείβος της Δράμας όπου φανατισμένοι ντόπιοι απειλούσαν ότι: «θα σφάξωσι, θα εκδιώξουσι τους πρόσφυγας δι’ όπλων, μαχαίρων, και ροπάλων».(17)
Οι συγκρούσεις θα είναι πολλές, όπως και τα ρατσιστικά συναισθήματα, τα οποία πολλές φορές θα είναι η αιτία των επιθέσων. Χαρακτηριστική είναι η εξήγηση που δίνεται για τη δολοφονία ενός πρόσφυγα από ένα γηγενή στη Νιγρήτα Σερρών: «Τα πραγματικά ελατήρια του φόνου δεν είναι, ως ταύτα μας παρουσιάζονται, η κλοπή ή η ανεύρεσις ενός απωλεσθέντος σχοινίου. Είναι το μίσος, τα πάθη τα οποία εδημιουργήθησαν μεταξύ των εντοπίων και των προσφύγων δια την κατάληψιν των υπό των Οθωμανών καταληφθέντων κτημάτων και γαιών».(18)
Οι μεγαλύτερης έκτασης συγκρούσεις για τη νομή της ανταλλάξιμης Περιουσίας έγιναν στο Κιούπκιοϊ (νυν Πρώτη) Σερρών. Σε συζήτηση για τα επεισόδια, ο Φ. Μανουηλίδης, αρχηγός της προσφυγικής κοινοβουλευτικής ομάδας θα αναφέρει κατά τη συζήτηση που θα γίνει στη Βουλή των Ελλήνων: «Κατόπιν αιματηράς και προμελετημένης συγκρούσεως εχύθη αθώον και άφθονον αίμα, τα ατυχή δε θύματα της αδελφοκτόνου συγκρούσεως αριθμούνται κατά δεκάδας. Η υπολανθάνουσα αντιζηλία και έχθρα μεταξύ των προσφύγων και εντοπίων… εγκυμονεί κίνδυνον εξαιρετικής σοβαρότητας.» Τα γεγονότα συνέβησαν το φθινόπωρο του 1924, όταν οπλισμένες ομάδες γηγενών επιτέθηκαν στον οικισμό των προσφύγων. Ο Τύπος της εποχής αναφέρει ότι: «ετραυμάτισαν 17 πρόσφυγας, το πλείστον γυναίκας, πυρπολήσαντες τας σκηνάς, τους σταύλους, τους αχυρώνας, λεηλατήσαντες τας αποσκευάς…»(19)
Αιτία ήταν η προσπάθεια των γηγενών να εκδιώξουν τους πρόσφυγες από Ανταλλάξιμα κτήματα, ώστε να τα καρπωθούν οι ίδιοι.
Ο Οδ. Λαμψίδης υπολογίζει ότι από το 1.5 εκατομμύριο προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής οι Πόντιοι πρόσφυγες από τον Πόντο, τον Καύκασο και τη Νότια Ρωσία που ήρθαν στην Ελλάδα ανέρχονταν σε 400.000.(20)
Καθ’ όλη την πρώτη περίδο εγκατάστασης η θνησιμότητα ήταν πολύ μεγάλη. Αυξήθηκε επίσης κατά πολύ το ποσοστό αυτοκτονιών. Η R. Hirschon εκτιμά ότι αντιστοιχούσαν τρεις θάνατοι σε μια γέννηση.(21)
 Οι πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής (Ίωνες, Πόντιοι, Καππαδόκες, Ανατολικοθρακιώτες) που εγκαθίστανται στις πόλεις, κατοικούν σε ειδικούς συνοικισμούς που ανεγείρονται με φτηνά υλικά και παρέχουν στοιχειώδεις συνθήκες διαμονής. Ειδικά στο λεκανοπέδιο θα συμβεί ο πρώτος μεγάλος κοινωνικός διαχωρισμός που θα απεικονιστεί και στο γεωγραφικό χάρτη.(22)
 Οι πρόσφυγες θα εγκατασταθούν κυρίως στις γειτονιές του Πειραιά, στις περιφερειακές συνοικίες της Αθήνας και σε κάποιους οικισμούς που θα δημιουργηθούν στην Αττική (Άγιος Στέφανος, Κρυονέρι). Οι ντόπιοι θα αποσυρθούν στις δικές τους γειτονιές και συνοικίες.(23)
Η αντιπροσφυγική στάση της συντηρητικής παράταξης θα διατηρηθεί για αρκετά χρόνια μετά την Καταστροφή.(24)
Έξι χρόνια μετά θα υπάρχουν κείμενα με τα οποία επιζητούσαν τον «εξαγνισμό της πρωτεύουσας», τον διαχωρισμό των «καθαρόαιμων Ελλήνων» από τους «Τουρκόσπορους».(25)
 Παράδειγμα της αντιπροσφυγικής υστερίας που διακατείχε τους φιλομοναρχικούς πολίτες ήταν τα συνθήματα που ακούστηκαν στις 9 Νοεμβρίου 1923 στο συλλαλητήριο των μοναρχικών στις στήλες του Ολυμπίου Διός, όπου το χαρακτηριστικότερο ήταν:
«Φωτιά στους τουρκόσπορους πρόσφυγες». Η στάση αυτή δεν περιορίζεται μόνο στον αμαθή «αυτόχθονα» λαό που φανατίζεται από τους επιτήδειους μοναρχικούς πολιτικούς, αλλά χαρακτηρίζει και τη διανόηση του ελλαδικού Βασιλείου.(26)Χαρακτηριστικές είναι οι εξάρσεις του Γεωργίου Βλάχου στην εφημερίδα «Καθημερινή», ο οποίος ακόμη και το 1928 αποκαλεί τους πρόσφυγες ως «προσφυγική αγέλη».
Ο Νίκος Κρανιωτάκης, φιλομοναρχικός εκδότης του Πρωινού Τύπου, θα απαιτήσει το 1933, στην εφημερίδα του, να επιβληθεί στους πρόσφυγες να φορέσουν κίτρινα περιβραχιόνια για να τους διακρίνουν και να τους αποφεύγουν οι Έλληνες.(27)
Ενώ ο βουλευτής Σπετσών Περικής Μπουρμπούλης θα πεί το 1934 στους πρόσφυγες βουλευτές ότι οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης «είναι πιο Ρωμιοί από σας».(28)
Χαρακτηριστική της νοοτροπίας της ηγετικής τάξης των μοναρχικών αποτελεί το παρακάτω απόσπασμα: «Συμπονούμεν και συμπαθούμεν τους πρόσφυγας ως ανθρώπους και αδελφούς δυστυχήσαντας και παθόντας, αλλά δεν τους θέλομεν ούτε ως ψηφοφόρους, ούτε ως εκλογείς, ούτε ως εκλεξίμους, ούτε ως πολίτας δικαιουμένους να κυβερνήσουν την Ελλάδα»(29).
Ακραία εκδοχή της αντιπροσφυγικής υστερίας θα αποτελέσει η φιλοβασιλική «Μακεδονική Ένωση» του Σ. Γκοτζαμάνη, που προέρχεται από το χώρο του Λαϊκού Κόμματος. Η «Μακεδονική Ένωση» θέτει δύο στόχους: την αυτονόμηση της Μακεδονίας και την εκδίωξη των προσφύγων. Στις εκλογές του 1935 θα καταφέρει να συγκεντρώσει το 14,8% των ψήφων στην Μακεδονία.(30)
Ειδικά μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα των βενιζελικών του 1935 οι επιθέσεις κατά των προσφύγων οξύνονται και περιλαμβάνουν ακόμα και πυρπολήσεις προσφυγικών οικισμών. Ο εμπρησμός του προσφυγικού οικισμού του Βόλου περιγράφεται ως εξής: «Αντιβενιζελικοί μπράβοι βάζουν φωτιά στα προσφυγικά παραπήγματα και γίνεται στάχτη μαζί με την περιουσία των προσφύγων κι ένας νεαρός πρόσφυγας που δεν πρόλαβε να φύγει…»(31)
Παρότι τις δεκαετίες που θα ακολουθήσουν τα ραγδαία γεγονότα θα μεταβάλουν τις αντιλήψεις, εν τούτοις η πρωταρχική αντιπάθεια θα εξακολουθήσει να εκφράζεται με διάφορους τρόπους. Τα παλιά εχθρικά συναισθήματα και αρνητικά στερεότυπα θα παραχωρήσουν τη θέση τους στην υποτίμηση. Στα νέα στερεότυπα, τη θέση του «τουρκόσπορου» καταλαμβάνει πλέον ο γελοιοποιημένος «Πόντιος». Ο λαογράφος Ηλίας Πετρόπουλος υποστηρίζει: «Οι ελλαδικοί νεοέλληνες δεν συμπαθούν τους πρόσφυγες. Και ακριβώς: "τα αντιποντιακά" ανέκδοτα που σήμερα κυκλοφορούν, εκφράζουν (σε τελικήν ανάλυση) την αντιπάθεια των γηγενών κατά της πολυπληθέστερης προσφυγικής ομάδας που εγκαταστάθηκε στη χώρα μας…και αποτελούν ένα τυπικό δείγμα προφορικού ενδορατσισμού.»(32)
Κατά των νέων προσφύγων από την πρώην ΕΣΣΔ
Και αν για τους ενσωματωμένους Πόντιους πρόσφυγες του ’22, η κοινωνική απαξίωση θα περιοριστεί στο χώρο των στερεοτύπων, για τους νέους Πόντιους πρόσφυγες από την Σοβιετική Ένωση η κοινωνική περιθωριοποίηση θα είναι η κύρια συμπεριφορά της ελλαδικής κοινωνίας. Μόνο που αυτή τη φορά με τον όρο ελλαδική κοινωνία δεν εννοούνται μόνο οι παλιοί γηγενείς, αλλά και οι νέοι, οι ενσωματωμένοι πλέον απόγονοι των πρσφύγων του ’22. Στις περιοχές που εγκαταστάθηκαν τα προσφυγικά-μεταναστευτικά κύματα από την πρώην ΕΣΣΔ θα υπάρξουν παρόμοια προβλήματα μ’ αυτά της δεκαετίας του ’20. Σε εφημερίδα του Μενιδίου το 1989 θα γραφτεί: «Έντονο κύμα διαμαρτυριών εναντίον των Ποντίων προσφύγων που κατοικούν στην πόλη μας και πολύ περισσότερο εναντίον εκείνων που θα έρθουν σύντομα από Σοβιετική Ένωση ξέσπασε την περασμένη εβδομάδα από τους ντόπιους κατοίκους του Μενιδίου. … Απειλούν να προβούν σε δραστηριότητες τέτοιες εναντίον των προσφύγων… ώστε να τους αποβάλλουν.»(33)
Τα συναισθήματα των γηγενών περιγράφονται σε άρθρο που δημοσίευσε η ίδια εφημερίδα με τον τίτλο «Θαρραλέα φωνή», στο οποίο οι νέοι Πόντιοι πρόσφυγες αποκαλούνται «τυχών Έλληνες» και θεωρεί ότι λόγω της έλευσής τους «η πατρίδα μας κατάντησε η σαβουροχώρα της Ευρώπης.»(34)
Στην Αττική, οι μετανάστες-πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στο Μενίδι, στον Ασπρόπυργο (στην περιφέρεια του οποίου ιδρύθηκαν νέα χωριά προσφύγων, όπως η Γκοριτσά, η Άνω και η Κάτω Φούσα), στην Ελευσίνα, στις Τζιτζιφιές της Καλλιθέας κ.ά. Στη Θεσσαλονίκη, στη Σταυρούπολη, στην Πολίχνη, στον Εύοσμο, στο Κορδελιό, στη Μενεμένη, στην Ιωνία και σε άλλες περιοχές της δυτικής περιοχής.(35)
Αρκετοί πήγαν στην Κομοτηνή και εγκαταστάθηκαν στα άδεια σπίτια της Εκτενεπόλ.(36)
 Σε μερικές περιοχές, όπου υπήρχε από πριν ποντιακή εγκατάσταση, οι μετανάστες-πρόσφυγες αποκαταστάθηκαν ευκολότερα.(37)
Από τις στήλες του Τύπου άρχισε να εμφανίζεται ένας ιδιότυπος ρατσισμός κατά των Ποντίων.(38) Η αρχή ανιχνεύεται στην αντίθεση των ντόπιων στις περιοχές όπου εγκαθίσταντο.(39)Αποκορύφωμα της ρατσιστικής στάσης ήταν η άρνηση της Κοινότητας του χωριού Μεταμόρφωση της Χαλκιδικής να εγγράψει τους μετανάστες-πρόσφυγες, που είχαν εγκατασταθεί σ’ αυτό, στα δημοτολόγια. Στην απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου χρησιμοποιήθηκαν οι όροι “Ρωσότουρκοι” και “Ρωσοπόντιοι”, ενώ γράφτηκε και η εξής πρόταση: “Οι Ρωσότουρκοι να πάνε στο νομό Ξάνθης”.(40)
 Αντίστοιχο επεισόδιο συνέβη στο χωριό Λητή, έξω από τη Θεσσαλονίκη, όπου δέκα οικογένειες μεταναστών-προσφύγων θέλησαν να δημιουργήσουν τον οικισμό “Νέος Πόντος Μακεδονίας”. Ο πρόεδρος της κοινότητας απευθυνόμενος προς αυτούς είπε: “Να σηκωθείτε να φύγετε. Είστε Ρώσοι, να πάτε στη Ρωσία”(41)
Μεγάλες διαμαρτυρίες από την πλευρά των ποντιακών οργανώσεων προκάλεσε η παρουσίαση καταλόγου ξένων που φιλοξενούνταν στην Ελλάδα. Στον κατάλογο αυτό, που εκδόθηκε στο πλαίσιο της Πανευρωπαϊκής Αντιρατσιστικής Εκστρατείας με τη συμμετοχή της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς, του Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Θεσσαλονίκης, του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ.ά., μεταξύ των Αλβανών, Σέρβων, Βούλγαρων, Πολωνών, Κούρδων, Τούρκων, Φιλιππινέζων, Πακιστανών και μαύρων, συμπεριλαμβάνονταν και οι Πόντιοι.(42)
 Επίσης, πολλές φορές οι Έλληνες από την Τσάλκα αντιμετωπίζονταν ρατσιστικά εξαιτίας της τουρκοφωνίας τους.(43)
Κρούσμα μαζικής ρατσιστικής συμπεριφοράς υπήρξε η κατάληψη του 3ου Γυμνασίου-Λυκείου Θεσσαλονίκης από τους μαθητές και τους γονείς τους με την υποκίνηση των καθηγητών τους. Αιτία ήταν η συστέγαση με το σχολείο “παλιννοστούντων”, στο οποίο φοιτούσαν 500 μαθητές. Το αίτημα των καταληψιών ήταν να σταματήσει η συστέγαση και να μετεστεγαστεί το σχολείο “παλιννοστούντων”.(44)
Το ενδιαφέρον που παρουσιάζει αυτό το κρούσμα είναι ότι έγινε σε μία περιοχή που κατοικείται από πρόσφυγες παλαιότερων εποχών και κυρίως του ’22, καθώς και η υποτονική αντίδραση των αρχών της πόλης, των προσφυγικών οργανώσεων και των ποντιακών συλλόγων.(45)
Στην περιφέρεια της Θεσσαλονίκης παρουσιάστηκαν και κρούσματα, τα οποία λίγο απέχουν από το να χαρακτηριστούν “απαρντχάϊντ”, όπως η αυθαίρετη απαγόρευση εισόδου μεταναστών-προσφύγων σε κέντρα διασκέδασης.(46)
Παρόμοια φαινόμενα εμφανίστηκαν και στην Κύπρο, όπου είχαν εγκατασταθεί Έλληνες από τη Σοβιετική Ένωση. Χαρακτηρισμοί, όπως “Ρωσοπόντιοι” και “Ρώσοι” διαδόθηκαν στα έντυπα, όταν επρόκειτο να αναφερθούν στο συγκεκριμένο πληθυσμό.(47) Εμφανίστηκαν άρθρα στον Τύπο με τα οποία αντιμετωπίζονταν ως ξένοι, που βρίσκονταν σε σχέσεις αντιπαράθεσης με τους ντόπιους.(48) Οι Πόντιοι, κυρίως από τη Γεωργία, που εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο ομολογούν ότι αυτοί που τους αγκάλιασαν περισσότερο απ’ όλους ήταν οι Ελληνοκύπριοι πρόσφυγες από την κατεχόμενη Κύπρο.(49)Το αρνητικό στερεότυπο που διαμορφώθηκε στην ελλαδική και στην κυπριακή κοινωνία για τους μετανάστες-πρόσφυγες βασιζόταν σε στοιχεία, όπως ότι είναι ξένοι ή ότι είναι λιγότερο Έλληνες από τους ντόπιους και ότι τους έκαναν χάρη που τους ανέχονταν.(50) Βαθμιαία άρχισε, στη κοινή γνώμη, η εικόνα τους να μην ξεχωρίζει από τους μη Έλληνες παράνομους μετανάστες.(51) Γενικεύτηκε στον Τύπο η χρήση του όρου “Ρωσοπόντιος”, δημιουργώντας στους αναγνώστες την εντύπωση ότι πρόκειται για κάποια εθνοτική ομάδα.(52) Οι ποντιακές οργανώσεις κατήγγειλαν το κλίμα αυτό, αλλά και τη “ρατσιστική συμπεριφορά της πολιτείας”. Κατήγγειλαν ότι πολλές φορές οι αστυνομικοί έκαναν έρευνα σε σπίτια Ποντίων, “χωρίς ένταλμα εισαγγελέως, σαν να ήταν αλλοδαποί, εκμεταλλευόμενοι την άγνοια και το φόβο των αδελφών μας”.(53)
Η ξενοφοβική στάση, που υπήρξε κύρια συμπεριφορά του συντηρητικού χώρου, φαίνεται και στο παρακάτω απόσπασμα: «Ενώ προτιμούμε να φέρνουμε όλους τους άχρηστους όχλους από τον Καύκασο, τη Γεωργία και τα Βαλκάνια ελεώντας τους με ελληνοποιήσεις και βαπτίσματα και καταστρέφοντας έτσι με τη φτώχεια τους ήδη φτωχούς Έλληνες και στερώντας τη νεολαία μας από την εύρεση εργασίας….» Στο ερώτημα «με ποιους να προοδεύσει η Θεσσαλονίκη» ο συγγραφέας αναρωτιέται «με τους Ποντίους που ήλθαν εδώ από τις ασιατικές ακτές αγράμματοι και χωρίς γνώση ξένων γλωσσών… Με τους Ασιάτες ορθόδοξους χωρικούς που έφεραν το 1922 και αυτούς που συνεχώς φέρνουν από τα ανθρώπινα απορρίματα του Καυκάσου…»(54) Οι οργανώσεις των νέων προσφύγων θα αντιδράσουν σ’ όλα αυτά τα συμπτώματα χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία και χωρίς τη συμπαράσταση πάντα των συλλογων των Ποντίων του ΄22.(55) Όλα αυτά τα προβλήματα που συνάντησαν οι μετανάστες-πρόσφυγες στην Ελλάδα οδήγησαν κάποιους από τους διανοούμενούς τους στη διατύπωση του ακόλουθου ερωτήματος: “Ο Πόντος είναι στην Τουρκία.
Στην Σοβιετική Ένωση είμαστε Έλληνες.
Στην Ελλάδα είμαστε Ρώσοι. Τελικά πού είναι η πατρίδα μας;”.(56) Εμφανίστηκαν απόψεις που υποστήριζαν ότι ο κύκλος της γενοκτονίας δεν είχε ακόμα κλείσει.(57)
Στην ταινία «Άκρη της Πόλης» του Γιάνναρη φαίνεται η καλύτερη εκδοχή του πώς οι «γηγενείς» είδαν τη νέα προσφυγική ομάδα που κατέκλυσε κατά τη δεκαετία του ‘90 τις φτωχές περιοχές του λεκανοπεδίου: διαφορετικοί, περίεργοι, απροσάρμοστοι. Δυστυχώς, αν εξαιρεθούν λίγες προσπάθειες ποντιακών οργανώσεων, ο πληθυσμός αυτός έμεινε εκτεθειμένος στη ρατσιστική βία της ομοεθνούς κοινωνίας – συμπεριλαμβανομένης και της πλειονότητας των προσφύγων του ‘22. Συνέπεια αυτής της συμπεριφοράς θα είναι η περιθωριοποίηση των νέων προσφύγων, που στις πλέον ευαίσθητες περιπτώσεις θα οδηγηθούν σε παράλογες συμπεριφορές.(58)
Οι αναφορές:
(1) Σε Ψήφισμα της 21 Αυγούστου 1914 του Εργατικού Κέντρου Αθηνών, στο οποίο ανήκαν περισσότερα από είκοσι εργατικά σωματεία, στο άρθρο 7 απευθύνεται σε όλα τα εργατικά σωματεία της Ελλαδος στα οποία και ανακοινώνει “να μην επιτρέπηται εις τους πρόσφυγας να εργάζωνται εις τας εργασίας εντοπίων εργατών…» (Οι διωγμοί των Ελλήνων εν Θράκη και Μικρασία : Αυθεντικαί εκθέσεις και επίσημα κείμενα : Έκκλησις προς το ελληνικόν γένος και την δημοσίαν Γνώμην του πεπολιτισμένου κόσμου / Εκδίδεται υπό των Επιτροπών των εν Μυτιλήνη Μικρασιατών προσφύγων, Αθήνα, Τύποις «Πανελληνίου κράτους», 1915)
Για τους “Επίστρατους” και το πογκρόμ του 1916 βλ. Γ. Θ. Μαυρογορδάτος, «Οι διαστάσεις του κομματικού φαινομένου στην Ελλάδα. Παραδείγματα απ’ το Μεσοπόλεμο», στο Κοντογιώργης (επιμ), 1977, σελ. 164. Βλέπε και στο Γιώργος Μαυρογορδάτος, Εθνικός διχασμός και μαζική οργάνωση. Οι επίστρατοι του 1916, εκδ. Αλεξάνδρεια, 1996. Υπήρξε αληθινό πογκρόμ με προγραφή σπιτιών και καταταστημάτων με σημάδεμα με κόκκινη μπογιά. Οι «τίμιοι» βασιλικοί ανέλαβαν να μολύνουν με το αίμα των «προδοτών» βενιζελικών τα όπλα τους. Το σύνθημα των παρακρατικών ήταν: «Ο βασιλιάς μας θα ζώσει το σπαθί, θα σφάξει Αγγλογάλλους και βενιζελικούς μαζί». Ο Γεώργιος Βεντήρης γράφει: από της 19 μέχρι 23 Νοεμβρίου, ωδηγούντο πλησίον του φθισιατρείου «Σωτηρία» Μικρασιάται κυρίως πρόσφυγες και εθανατώνοντο ως κατάσκοποι των Αγγλογάλλων»( Γ. Βεντήρης, στην εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα», 9 Μαρτίου 1931. Αργότερα η σειρά αυτή των άρθρων εκδόθηκε σε βιβλίο με τίτλο: «Η Ελλάς του 1910-1920 – Ιστορική μελέτη», εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1970). «Τότε, οι βενιζελικοί πολίτες –κατά τεκμήριον φίλοι της Συνεννόησης– εγκαταλείφθηκαν στην τρομοκρατία των Επιστράτων, οι οποίοι έκαψαν, λεηλάτησαν και σκότωσαν 35.» (Μιχάλης Κατσίγερας, εφημ. Καθημερινή, 18-11-2006.)
[2] Ίων Δραγούμης, «Ο Βενιζέλος και ο ιμπεριαλισμός», στο Αριστερά και Ανατολικό Ζήτημα, εκδ. Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα, 1998, σελ. 156, 157.
(3) Γεώργιος Σακκάς, Η ιστορία των Ελλήνων της Τριπόλεως του Πόντου, έκδ. Αδελφότης Τριπολιτών Πόντου, Αθήνα,1990, Γ. Καραπατάκης, «Υπόμνημα περί Καυκασίων μεταναστών και των προσφύγων του Πόντου», περ. Ποντιακή Εστία, τεύχ. 3, Μάιος ’75, σελ. 30, Ελευθέριος Παυλίδης, Ο ελληνισμός της Ρωσίας και τα 33 χρόνια του εν Αθήναις Σωματείου των εκ Ρωσίας Ελλήνων, ό.π., σελ. 102.
[4] «Εφημερίς των Βαλκανίων», 15-12-1920, από «Η ιστορία των Ελλήνων», Δομή, τομ. 12, σελ. 246.
[5] «Οίκαδε», εφημ. Καθημερινή, 14-8-1922, «Πομερανοί», εφημ. Καθημερινή, 17-8-1922.
[6] Γρηγόρης Δαφνής, Η Ελλάς μεταξύ των δύο πολέμων, β’ έκδ., τόμ. Α’, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα,1974, σελ. 16.
[7] Κώστας Μισαηλίδης, “Η καταστροφή και οι τελευταίες ημέρες της Σμύρνης», Αθήνα 1925, Β’ έκδοση, σελ. 25-26.
[8] Γ. Κορδάτος, Ιστορία της Ελλάδας, τομ. 13, εκδ. 20ος Αιώνας, 1958, σελ. 36.
[9] Πρωτοσέλιδο στο περ. Κοινότης, αρ. φ. 50, Αθήνα, 1923.
[10] Υπήρχαν και κάποιοι, βενιζελικοί κυρίως, που είχαν μια διαφορετική εικόνα για τους Πόντιους πρόσφυγες εκείνη τη στιγμή. Μια ρομαντική περιγραφή κάνει ο Δημήτρης Καθενιώτης, συνταγματάρχης και εντεταλμένος της ελληνικής κυβέρνησης του Ελ. Βενιζέλου για το Ζήτημα του Πόντου: “Παρ’ όλην την απομάκρυνσίν του, ο Πόντος δεν εξέρχεται της σφαίρας της γενικής δράσεως της Ελλάδος… Είναι δε εις θέσιν οι Πόντιοι να αποτελέσουν τους Φρουρούς του Ελληνισμού. Εν πρώτοις είναι έργον εις το οποίον έχουν συνειθίσει από αιώνων. Περιλαμβανόμενοι εν τη απομακρύνσει των από ξένα φύλα, παλαίοντες διαρκώς προς αυτά, αφομοιούντες παρά αφομοιούμενοι, αποτελούσι τον ισχυρότερον τύπον Ελληνικής Φυλής. Ουδείς Φραγκο-λεβαντινισμός, απεναντίας μίσος και απέχθεια προς παν το ξενικόν. Δι’ αυτάς ακριβώς τας αρετάς, η Τουρκία, η οποία έβλεπε μακρύτερα αφ’ ότι εσυνειθίσαμεν να νομίζωμεν, τους διέλυσε, τους διέσπασε και τους επέταξε βαθμιαίως έξω του Βασιλείου της.” (Δ. Καθενιώτης, “Έκθεσις των ενεργειών μου σχετικώς με το ζήτημα του Πόντου”, Οι Έλληνες του Πόντου υπό τους Τούρκους (1461 – 1922), επιμ. Ο. Λαμψίδης, Αθήνα, 1965, σελ. 93-94.)
[11] Ο Μάρκος Βαμβακάρης, Συριανός στην καταγωγή, περιέγραψε θαυμάσια την κατάσταση αυτή: “Έμενε ο κόσμος στα βαγόνια των σιδηροδρόμων. Έμενε εκεί που είχε καμιά αποθήκη εγκαταλειμμένη. Τσαντήρια κάνανε. Καταστροφή, μεγάλη καταστροφή. Να μην ξαναδούν τα μάτια μας τέτοια πράγματα. Το τι τραβήξανε αυτοί οι άνθρωποι δεν λέγεται. Ατιμαστήκανε. Γίνανε χάλια, χάλια, χάλια. Άσε που ήταν ατιμασμένοι από κει με τους Τούρκους που τους καταδιώκανε. Και κατόπιν εδώ που ήρθανε τα ίδια. Προσπαθήσανε, κάνανε χίλια δυό να βρίσκουνε το ψωμί τους, μέχρι να βρουν ένα σπίτι να κάτσουνε. Αν ένας πατέρας είχε πέντε-έξη παιδιά και κορίτσια, άλλα άρπαγε ο ένας από δω, άλλα ο άλλος από κει. Καταστροφή μάνα μου… Και οι ντόπιοι δεν τους έβλεπαν με καλό μάτι. Αλλά τους βρίζανε. Χίλια δυό. Φύγετε από δω ρε! Πηγαίνετε παρά πέρα. Δεν τους κοιτάζανε. Δεν είχαν την αγάπη να πουν για στάσου, συγγενείς μας είναι, Έλληνες πραγματικοί. Να τους αγκαλιάσουμε. Δεν έγινε αυτό το πράμα, εγώ δηλαδή τι είδα. Μπορεί αλλού. Ήθελαν να τους κλέψουνε οι κλεφταράδες που ήταν εδώ πέρα. Ν’ αρπάξουν ό,τι είχαν. Να τους κλέψουνε, να τους γελάσουνε. Απατεώνες.” (Μάρκος Βαμβακάρης, Αυτοβιογραφία, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 1978, σελ. 94.)
[12] Δημήτρης Λιβιεράτος, Κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα (1923-27), τόμ. β’, εκδ. Κομμούνα, Αθήνα, 1985, σελ. 27-30.
[13] Άλκης Ρήγος, Η Β’ Ελληνική Δημοκρατία 1924-1935: Οι κοινωνικές διαστάσεις της πολιτικής σκηνής, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα, 1999, σελ. 277.
[14] George Mavrogordatos, Stillborn Republic. Social coalitions and Party Strategies in Greece 1922-1936, έκδ. University of California Press, Berkeley, 1983, σελ. 193. Μια προσφυγική μαρτυρία: «Εδώ στην Ελλάδα… τα πράγματα ήταν ακόμα πιο δύσκολα και από την Τουρκία. Εδώ μας μισούσαν ακόμη περισσότερο και χωρίς να τους κάνουμε τίποτα. Τουλάχιστον οι Τούρκοι μας μισούσαν και μας πολεμούσαν και μεις το ίδιο τους κάναμε.» (Νίκος Μαραντζίδης, Γιασασίν Μιλέτ-Ζήτω το Έθνος, εκδ. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 2001, σελ. 89.)
[15] Η καραντίνα της Μακρονήσου είναι από τις πλέον άγνωστες σελίδες της προσφυγικής τραγωδίας στην Ελλάδα. Από τα μέσα του 1922 άρχισαν κατά χιλιάδες να αποβιβάζουν στην Μακρόνησο Πόντιους (κυρίως) πρόσφυγες όπου μετά από ολιγόμηνη “περιποίηση-απολύμανση” προωθούνταν στην υπόλοιπη Ελλάδα. Για άφιξη 3.750 Ποντίων μας πληροφορεί η εφημερίδα “Ριζοσπάστης” στις 26-3-1923, για την αναχώρηση από την Μακρόνησο 5.500 προσφύγων μας μιλά η εφημερίδα “Εμπρός” στις 13-9-1922. Ένας Πόντιος πρόσφυγας “Μακρονησιώτης”, αποτυπώνει σε μια επιστολή στις 4 -1-1923 προς έναν γνωστό του στην Κωνσταντινούπολη τις συνθήκες που επικρατούσαν: «…Απεβιβάσθημεν εν Μακρονησίω (ακατοίκητον) όπου υπέστημεν αληθή Οδύσσειαν και όπου εύρον τον θάνατον σχεδόν το ήμισυ των προσφύγων…». http://pontosandaristera.wordpress.com/2010/02/02/makronisi/ (15-2-2010)
Ο “Ριζοσπάστης” στις 8-12-1923, στο κεντρικό του άρθρο “Προς τις εργαζόμενες προσφυγικές μάζες”, γράφει : “..Αυτοί φάγανε 40 χιλιάδες πρόσφυγες στη Μακρόνησο στην καραντίνα..” Eντύπωση προκαλεί η παντελής αποσιώπηση αυτού του γεγονότος από αριστερούς ιστορικούς οι οποίοι ασχολήθηκαν με την ιστορία της Μακρονήσου κατά την περίοδο του εμφυλίου πολέμου.
[16] Νίτσα Γαβριηλίδου, Ο πατέρας μου Κώστας Γαβριηλίδης, εκδ. Εξάντας, Αθήνα, 1988, σελ. 20.
[17] Εφημερίδα Παμπροσφυγική, 16 Νοεμβρίου 1924
[18] Εφημερίδα Παμπροσφυγική, 28 Σεπτεμβρίου 1924. Το στερεότυπο που έχουν οι ντόπιοι για τους πρόσφυγες είναι εξαιρετικά αρνητικό. Ένας ντόπιος από την Άσσηρο λέει: «Με κανένα τρόπο δε θα δεχτώ τον Καυκάσιο, τον βρώμικο, στο σπίτι μου. Όσο με αφορά, μπορεί να πέσει νεκρός στη μέση του δρόμου και δε με νοιάζει. Μακάρι να καούν όλοι στη φωτιά. Ο Βενιζέλος έφερε σκατά στη Μακεδονία. Όλοι τους πέθαιναν από την πείνα στην Τουρκία» (Αναστασία Καρακασίδου, Μακεδονικές ιστορίες και πάθη 1870-1990, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα, 2000, σελ. 276.)
[19] Εφημερίδα Παμπροσφυγική, 9 Νοεμβρίου 1924
[20] Οδ. Λαμψίδης, «Η ‘’ανακλησις’’ εις τους πρόσφυγας Έλληνας του Πόντου και αι επιπτώσεις αυτής δια την έρευνα της ποντιακής διαλέκτου», Αρχείον Πόντου, τόμ. 29, Αθήνα, 1989, σελ. 3.
[21] Rene Hirschon, Heirs of the Greek Catastrofe: The social life of Asia Minor refugees in Piraeus, εκδ. Calendon Press, 1989, σελ. 37.
[22] Για ζήτημα αυτό το βλ.: Βίκα Γκιζελή, Κοινωνικοί μετασχηματισμοί και προέλευση της κοινωνικής κατοικίας (1920-1930), εκδ. Επικαιρότης, Αθήνα, 1984, Λίλα Λεοντίδου, Πόλεις της σιωπής. Εργατικός εποικισμός της Αθήνα και του Πειραιά, 1909-1940, έκδ. Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ, Αθήνα,1989.
[23] «Ο Πειραιάς μοιάζει περισσότερο με τη Θεσσαλονίκη παρά με την Αθήνα. Η θάλασσα και οι πρόσφυγες του ‘22 είναι τα βασικά κοινά τους σημεία. Καθώς και η αντιπάθεια προς τους “Αθηναίους“. Τύφλα όμως νάχει η αντιπάθεια των Θεσσαλονικέων, όταν εκφράζεται ο Ολυμπιακός… Η πρώτη ομάδα που αγκάλιασαν οι πρόσφυγες! Εξ ου και το μίσος των δύο ομάδων, του Παναθηναϊκού και του Ολυμπιακού. (Ντόπιοι εναντίον προσφύγων και… -σιγά σιγά- αντιστρόφως) Το ‘22, οι “ντόπιοι” είχαν αποτραβηχθεί στις βόρειες συνοικίες τους. Στις φαβέλες του Πειραιά κυριαρχούσε η Μικρά Ασία και ο Πόντος. Με την ίδρυση της ΑΕΚ η κατάσταση θα αλλάξει και ένα μεγάλο μέρος των προσφύγων θα στηρίζει πλέον την αυθεντική προσφυγική ομάδα. Θα παραμείνει όμως το αρχικό μίσος μεταξύ των δύο ομάδων του λεκανοπεδίου, του Ολυμπιακού και του Παναθηναϊκού.
Μόνο που σήμερα ελάχιστοι γνωρίζουν το πώς ξεκίνησε.
«Τα στέκια του Πειραιά»
http://pontosandaristera.wordpress.com//2007/12/06/6-12-2007/, «Το ρεμπέτικο και η "παλιά γραμμή του Ριζοσπάστη", http://rebetiko.sealabs.net/forum/viewtopic.php?p=20092)
[24] Yπάρχουν περιπτώσεις όπου και βενιζελικοί εκφράζονται με ακραίο τρόπο, όπως ο βουλευτής Κοζάνης Κουπαρούσος, ο οποίος σε ανακοίνωση τον Αύγουστο του 1924 γράφει μεταξύ άλλων ότι αν δεν συμμορφωθούν «οι πρόσφυγες θα λάβουν την προς την Βραζιλίαν άγουσαν».
(Νίκος Μαραντζίδης, ό.π., σελ. 90).
[25] «Καθημερινή» 16/7/1928 και 19/7/1928
[26] Περιοδικό «Κοινότης», Αθήνα, αριθμ. φ. 48
[27] George Mavrogordatos, Stillborn Republic. Social coalitions and Party Strategies in Greece 1922-1936, ό.π., σελ. 195.
[28] Η φράση αυτή θα ειπωθεί στη συνεδρίαση της Βουλής της 24ης Ιανουαρίου 1934 και θα καταγραφεί στην Εφημερίς των Συζητήσεων, σελ. 990. αναφ. από Γ. Θ. Μαυρογορδάτος, Μελέτες και Κείμενα για την περίοδο 1909-1940, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα. σελ. 78.
[29] «Καθημερινή», 30.7.1928 Η εμπάθεια του Γεωργίου Βλάχου είναι τέτοια, ώστε αρνείται ακόμα και τις προσφυγικές ψήφους για το Λαϊκό Κόμμα: «Με έκπληξίν μας είδομεν εις τα χθεσινά φύλλα ότι το Λαϊκόν Κόμμα θα περιλάβη τρεις πρόσφυγας πολιτευομένους εις τον συνδυασμόν Αθηνών. Διατί θα τους περιλάβη; Επί τη βάσει ποίας ηθικής και επί τη βάσει ποίας σκοπιμότητος; …..Αλλά είναι Ελληνες και όμαιμοι και αδελφοί. Ας είναι και αδελφοί και εξάδελφοι. Οταν αποκτήσουν συνείδησιν πολιτικήν και θέλησιν πολιτών ελευθέρων -πράγμα το οποίον δεν θα συμβή ποτέ- τότε θα δικαιούνται να θεωρούνται μεταξύ ημών, όχι μόνον ως εκλογείς αλλά και ως εκλέξιμοι. Επί του παρόντος οι πρόσφυγες δεν έχουν καμμίαν θέσιν εις τους συνδυασμούς του Λαϊκού Κόμματος» («Καθημερινή», 19/7/1928)
[30] Δημήτρης Λιβιεράτος, Κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα (1923-27), εκδ. Κομμούνα, Αθήνα, 1985, σελ. 27-30.
[31] Σπύρος Λιναρδάτος, Πώς εφτάσαμε στην 4η Αυγούστου, Αθήνα, εκδ. Θεμέλιο, 1966, σελ. 175.
[32] Ηλίας Πετρόπουλος, «Οι Πόντιοι», περ. Σχολιαστής, τεύχ. 54, Αθήνα, 1 Σεπτεμβρίου 1087.
[33] Εφημερίδα, Νέοι Στόχοι, Μενιδι, 30 Νοεμβρίου 1989.
[34] Εφημερίδα, Νέοι Στόχοι, Μενιδι, 4 Ιανουαρίου 1990.
[35] Νίκος Ρούμπος, “Συνοικία το όνειρο”, εφημ. Έθνος της Κυριακής, 28 Φεβρουαρίου 1993, σελ. 28-29.
[36] Ήρα Έμκε-Πουλοπούλου, Προβλήματα μετανάστευσης-παλιννόστησης, εκδ. ΙΜΕΟ-ΕΔΗΜ, Αθήνα, 1986, σελ. 64.
[37] Στην περίπτωση αυτή ανήκουν οι 70 οικογένειες που εγκαταστάθηκαν στη Νέα Σάντα του Κιλκίς. (Μανώλης Μανωλίδης, “Πόντιοι του χθες και του σήμερα μεγαλουργούν”, εφημ. Πρώτη Σελίδα, Κιλκίς, 17 Νοεμβρίου 1994.)
[38] Ήρα Έμκε-Πουλοπούλου, ό.π., σελ. 46. Βλάσης Αγτζίδης, Ποντιακός Ελληνισμός. Από τη γενοκτονία και το σταλινισμό στην περεστρόικα, ό.π., σελ. 112-113. Κωνσταντίνα Μπάδα-Τσομώκου, ό.π., σελ. 52.
[39] “Έντονο κύμα διαμαρτυριών εναντίον των Ποντίων προσφύγων που κατοικούν στην πόλη μας και πολύ περισσότερο εναντίον εκείνων που θα έρθουν σύντομα από τη Σοβιετική Ένωση, ξέσπασε την προηγούμενη εβδομάδα από τους ντόπιους κατοίκους του Μενιδίου… Απαιτούν να προβούν σε δραστηριότητες τέτοιες εναντίον των προσφύγων… ώστε να τους αποβάλλουν.” (Κύριο σχόλιο της εφημερίδας Νέοι Στόχοι, Μενίδι Αττικής, 30 Νοεμβρίου 1989.)
[40] Το γεγονός παρουσιάστηκε από τον Τύπο ως “Ρατσιστική έκρηξη κατά των Ποντίων”. Η ειρωνεία είναι ότι οι ντόπιοι κάτοικοι του χωριού Μεταμόρφωση κατάγονταν από τουρκόφωνους Καππαδόκες πρόσφυγες του 1922. (Γιάννης Λιάπης, “Ρατσισμός χάριν… τουρισμού”, εφημ. Ελευθεροτυπία, 6 Μαρτίου 1996, σελ. 46.)
[41] Νίκος Ρούμπος, “Συνοικία το όνειρο”, εφημ. Έθνος της Κυριακής, 28 Φεβρουαρίου 1993, σελ. 28-29.
[42] “Οργή Ποντίων για “ατόπημα΄”, εφημ. Ελευθεροτυπία, 8 Ιουλίου 1995. Μπάμπης Γιαννακίδης, “Ο ρατσισμός, οι Πόντιοι και οι εντυπώσεις”, εφημ. Ελευθεροτυπία, 13 Ιουλίου 1995.
[43] Χαρακτηριστικό ήταν το άρθρο κάποιου “στοχίτη” στην εφημερίδα Στόχος, στο οποίο η σύγχυση, η προκατάληψη και η άγνοια που είχε ο αρθρογράφος για τον πληθυσμό παρήγαγε μια ακραία ρατσιστική τοποθέτηση. (“Μεγάλο το ποσοστό των Μογγόλων ανάμεσα στους Ρωσοπόντιους που πάνε στη Θράκη”, εφημ. Στόχος, 7 Σεπτεμβρίου 1994.)
[44] Νούλα Ξανθοπλά, “Ρατσισμός σε σχολείο στη Θεσσαλονίκη”, εφημ. Εξουσία, 26 Οκτωβρίου 1996, σελ. 25. Κλέαρχος Τσαουσίδης, “Ξένοι κι εκεί ξένοι κι εδώ”, εφημ. Εξουσία, 26 Οκτωβρίου 1996, σελ. 25. Μπάμπης Γιαννακίδης, “Δεν θέλουν μάθημα με τους παλιννοστούντες”, εφημ. Ελευθεροτυπία, 27 Σεπτεμβρίου 1996, σελ. 43.
[45] Για τη συμπεριφορά αυτή και την κατάληψη του σχολείου, που έγινε το Σεπτέμβριο του 1996, διαμαρτυρήθηκε η Πανελλήνια Ένωση των Νεοελθόντων, από το 1957, Ελλήνων Ποντίων Προσφύγων εκ Ρωσίας, που εδρεύει στην Αθήνα. (Νούλα Ξανθοπλά, ό.π.)
[46] Η συγκεκριμένη καταγγελία αφορά απαγόρευση εισόδου σε καφέ-πισίνα της περιοχής Νέας Ευκαρπίας σε οικογένεια Ποντίων από την πρώην Σοβιετική Ένωση. Στην είσοδο τους δήλωσαν ότι “Απαγορεύεται η είσοδος στους Ρωσοπόντιους” (ΑΠΙ. φάκ. πρόσφυγες, μαρτυρία Αλίκης Φουντουκίδου, 26-12-96.). Στο κρούσμα αυτό αντέδρασε έντονα ο ραδιοφωνικός σταθμός “Ακρίτες του Πόντου”, εξαναγκάζοντας τους ιδιοκτήτες του κέντρου να ζητήσουν δημόσια συγνώμη.
[47] Μαρία Χατζηκώστα, “Δεν αυτοκτόνησε για τη Ρωσοπόντια”, περ. Το, Λευκωσία, τεύχ. 495, 3 Νοεμβρίου 1995.
[48] Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω απόσπασμα από την τοποθέτηση ενός Κυπρίου από την Πάφο: “Είπαμε να τους βοηθήσουμε και να τους φέρουμε στην Κύπρο να εργαστούν. Αξίζει όμως τον κόπο να τους βοηθήσουμε με τα τόσα που κάνουν; Αυτοί είναι τόσο απολίτιστοι, που μας προσβάλλουν σαν λαό. Δεν καταλαβαίνουν ότι είναι φιλοξενούμενοι και αν συνεχιστεί έτσι η κατάσταση θα αναγκαστούμε να χρησιμοποιήσουμε βία εναντίον τους.” (“Φόβος και τρόμος από τους Πόντιους”, εφημ. Αλήθεια, Λευκωσία, 2 Ιουλίου 1995.)
[49] Γιώργος Εφραίμοφ, “Ζητούμε ανθρώπινη μεταχείριση”, εφημ. Εργατικό Βήμα, Λευκωσία, 19 Ιανουαρίου 1994, σελ. 8.
[50] Μαρία Νεγρεπόντη-Δεληβάνη, “Εμείς και οι πρόσφυγες αδελφοί μας”, εφημ. Ελευθεροτυπία, 22 Μαρτίου 1994, σελ. 46. Κωνσταντίνα Μπάδα-Τσομώκου, «Οι Έλληνες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης στην Ελλάδα: αποκλεισμοί, ενσωματώσεις και διλήμματα ταυτότητας», περ. Ουτοπία, τεύχ. 21, Ιούλιος-Αύγουστος 1996, σελ. 57.
[51] Βίκτωρ Νέτας, “Άγνοια, αμάθεια και το δράμα των Ποντίων”, εφημ. Ελευθεροτυπία, 1 Φεβρουαρίου 1994, σελ. 9, Αιμίλιος Σολωμός, “Ο Πόντος είναι η πατρίδα μας”, εφημ. Σημερινή, Λευκωσία, 24 Μαΐου 1994, σελ. 7.
[52] “Έλληνες στον Καύκασο, Ρωσοπόντιοι στην Ελλάδα”, εφημ. Ελευθεροτυπία, 11 Ιουνίου 1995.
[53] “Όχι και… ξένοι οι Πόντιοι”, εφημ. Ελευθεροτυπία, 13 Ιουλίου 1995, σελ. 2.
[54] Μάριος Μαρίνος Χαραλάμπους, Η μυστική ιστορία της Θεσσαλονίκης, εκδ. Αρχέτυπο, Θεσσαλονίκη, σελ, 226, 229
[55] Χαρακτηριστική είναι μια επιστολή «Προς τη Βουλή των Ελλήνων» που απέστειλε η «Πανελλήνιος Ένωση των Νεοελθόντων από του 1957 Ελλήνων Ποντίων προσφύγων εκ Ρωσίας» (ΠΕΝΕΠΠΡ) στις 20 Ιανουαρίου 1999. Η επιστολή έχει ως τίτλο «Ούτε οι εχθροί μας οι Τούρκοι και μουσουλμάνοι δεν μας αδίκησαν όπως οι Ελλαδίτες». Μεταξύ άλλων αναφέρονται: «Για να πλουτίζουν κάποια οργανωμένα συμφέροντα από το κράτος εφαρμόζουν άδικα μια πολιτική διώξεων ομογενών που θέλουν να ορθοποδήσουν οικονομικά, να βρουν κάποιο περίπτερο κάποιο μαγαζί για να ζήσουν την οικογένειά τους. Τα περισσότερα προβλήματα το κράτος τα δημιουργεί σ’ αυτούς που θέλουν να νοικοκυρευτούν, να φτιάξουν ένα σπίτι, να ανοίξουν ένα μαγαζί, ένα εργαστήριο, μια επιχείρηση παροχής υπηρεσιών…»
[56] Γιάννης Καρυπίδης, “Τελικά που είναι η πατρίδα μας;” περ. Ελλοπία, τεύχ. 9, Φεβρουάριος-Μάρτιος ‘92, σελ. 50-51. Σε εφημερίδα της Κύπρου δημοσιεύτηκε το εξής: “Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια ενός νεαρού από τη Γεωργία που μου έλεγε: "Για μας πατρίδα είναι ο Πόντος, εκεί πρέπει να πάμε. Παντού μας φέρνονται σα να είμαστε ξένοι" (Αιμίλιος Σολωμός, «Ο Πόντος είναι η πατρίδα μας», εφημ. Σημερινή, Λευκωσία, 24 Μαϊου 1994.
[57] Μάκης Σελαμαζίδης, “Σοφία Σινδοπούλου: Στον κύκλο της προσφυγιάς”, εφημ. Ελευθεροτυπία, 5 Νοεμβρίου 1996, σελ. 45.
[58] Τέτοια είναι η περίπτωση του Δ. Πατμανίδη που τελικά θα αυτοκτονήσει: «Ο Δημήτρης Πατμανίδης με την οικογένειά του ξεριζωμένη από τη φρίκη του πολέμου στο Σοχούμι, έφτασε στην Ελλάδα με όλα τα χαρακτηριστικά της πολιτικής προσφυγιάς. Ο πατέρας με πανεπιστημιακή μόρφωση, βρίσκει δουλειά σε φορτηγό με τα χίλια ζόρια, η μάνα μένει άνεργη, η οικογένεια στοιβάζεται στις παλιές προσφυγικές πολυκατοικίες του Ρέντη. Ο Δημήτρης φοβισμένος κι ευαίσθητος, έρχεται αντιμέτωπος με το φασιστικό ρατσισμό που μαθαίνουν ν’ αναπαραγάγουν οι φτωχοί έλληνες συνομήλικοί του. Πριν γίνει ο ίδιος απομονωμένος και σκοτεινός, αντιμετωπίζει την απαξίωση, τη μοναξιά, τη χλεύη στο σχολείο: «Γεωργιανέ γύρνα πίσω», και όλα φτάνουν στην ανοιχτή βία απέναντί του. Πέρασε στα ψιλά, πως συμμορία «ελληναράδων» συμμαθητών, τον είχε ρίξει στο κάδο σκουπιδιών του σχολείου. Μετά ο Δημήτρης, ντύνεται στα μαύρα, αναζητά και λατρεύει τα όπλα, ακούει «σκοτεινή μουσική», η χαμένη του επικοινωνία γίνεται αδιέξοδα μόνο μέσω του ιντερνετ. Στο τέλος, η ασταθής ισορροπία της δυστυχίας, σπάει. Μια σπαραχτική ιστορία ρατσισμού, για την οποία κανείς δεν θα πληρώσει.
«Για το μακελειό του Ρέντη» http://anasintaxi.blogspot.com/2009/04/blog-post_670.html
Το παραπάνω κείμενο αποτελεί μέρος από μια ευρύτερη μελέτη με τίτλο  "Mνήμη, ταυτότητα και ιδεολογία στον ποντιακό ελληνισμό"
Το κείμενο είναι το πρώτο μέρος (“Η αντιμετώπιση των προσφύγων”) από τό κεφάλαιο: Πρόσφυγες του ’22 στη «μητέρα-πατρίδα». Συμπεριλαμβάνεται στο υπό έκδοση βιβλίο: Γιώργος Κόκκινος – Βλάσης Αγτζίδης – Έλλη Λεμονίδου, Η μνήμη και το τραύμα. Ενδεικτικές όψεις των συμβολικών πολέμων για την Ιστορία και τη Μνήμη σε όλο τον κόσμο, εκδ. Ταξιδευτής, Αθήνα.
Αναδημοσιεύουμε τα κείμενα απο το http:// kars1918 wordpress.com
ΥΓ.Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας.
Εκτιμώντας ότι, είναι σημαντικό για τις μελλοντικές γενιές να γνωρίσουν αυτά τα γεγονότα, ώστε να κρατήσουν τη ζωή τους μακριά απο τέτοιες φρικαλεότητες, προτείνουμε να  διαβάστε περισσότερα εδώ : http://www.hellenic/ Genocide.org,και εδώ:
Η ατιμωρησία είναι μια ανοιχτή πληγή στην ανθρώπινη ψυχή.
Μίλα για όσους είχαν σιωπήσει για πάντα.
Στο http://kafkasios-pontokomitis.blogspot.com/%20επίσης,
υπάρχουν πίνακες με τα χωριά-πόλεις Καρς Καυκάσου, τα μέρη εγκατάστασης των Καυκασίων στην Ελλάδα, συνεντεύξεις με προσωπικότητες κ.λ.π. ενημερώνονται και μαζεύουν υλικό συνεχώς, έτσι αν έχετε κάποιο ντοκουμέντο αντίστοιχο με τα θέματα, ενημερώστε ......

Τετάρτη, 19 Μαΐου 2010

Πως ήρθες ως εδώ; Θυμήσου ταξιδιώτη.

 ΓENOKTONIA ΠΟΝΤΙΑΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ
 Το ολοκαύτωμα που χρίζει διεθνούς αναγνώρισης
Συνέχεια από το Β΄μέρος.

Οι ευθύνες των συμμάχων
Αναφορά Χρύσανθου Τραπεζούντος
Είναι τέτοια η ευθύνη των δυτικών δυνάμεων της εποχής, ώστε ο μητροπολίτης Τραπεζούντας Χρύσανθος -ο οποίος αργότερα έγινε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, για να υποβάλλει παραίτηση με την είσοδο των Γερμανών ναζί στην Αθήνα- έγραψε μετά το τέλος της ανθρωποσφαγής:
"Με την ένοχη συμμετοχή δύο μεγάλων δυνάμεων της Δύσεως, της Γερμανίας και της Αυστρίας κατά τα έτη 1914-1918, εσφάγη από τους Νεότουρκους ολόκληρον έθνος, το Αρμενικόν και εκατοντάδες χιλιάδες Ελλήνων απεσπάσθησαν βιαίως των εστιών τους και απέθανον εις την εξορία. Με την ένοχη συμμετοχή των συμμαχικών Χριστιανικών δυνάμεων της Δύσεως κατά τα έτη 1919-1922, το εθνικό κίνημα των Τούρκων υπό τον Μουσταφά Κεμάλ, συνεπλήρωσε το έργο των Νεοτούρκων". [135]
Ο ίδιος επίσης συγκρίνει τη στάση των δυτικών με αυτή των μπολσεβίκων:
"... οι οποίοι καίπερ μπολσεβίκοι εφάνησαν ανθρωπινότεροι από τα πληρώματα των συμμαχικών πλοίων, τα οποία κατά την Μικρασιατικήν Καταστροφήν εν έτει 1922 δεν εδέχθησαν ούτε ένα Έλληνα να σώσουν." [136]
Οι Γάλλοι
Η Γαλλία ενθάρρυνε εξ αρχής τους Τούρκους να αντισταθούν. Η υποστήριξή της προς τον κεμαλικό στρατό βρήκε την έκφρασή της με τη γαλλοτουρκική συμφωνία της Άγκυρας. Την ημέρα της υπογραφής της συνθήκης, ο Γιουσούφ Κεμάλ ανακοίνωσε την απόφαση της κεμαλικής κυβέρνησης να παραχωρήσει στους Γάλλους κεφαλαιούχους την εκμετάλλευση κοιτασμάτων σιδήρου, χρωμίου και ασημιού. Ακόμα ανακοίνωσε την επιθυμία των κεμαλικών αρχών για μεικτές γαλλοτουρκικές εταιρείες,για την κατασκευή και εκμετάλλευση λιμανιών, σιδηροδρομικών γραμμών κ.λπ. [137] Σε ένα απόρρητο κρυπτογραφημένο τηλεγράφημα του Γάλλου πρωθυπουργού Αριστείδη Μπριάν προς το στρατηγό Τζουρό, που αποκαλύφθηκε πολύ αργότερα, διατάχτηκε η παράδοση στις τουρκικές αρχές από στρατιωτικές στολές μέχρι αεροπλάνα και υλικό για τηλεγραφικό σταθμό. [138]
Μετά την ήττα στα Μουδανιά οι γαλλικές αρχές αφόπλισαν τους Έλληνες στρατιώτες και τους παρέδωσαν στους Τούρκους. [139] Το κλίμα αυτό πέρασε και στους Γάλλους δημοσιογράφους. Απόφευγαν να ενημερώσουν το γαλλικό κοινό για την έκταση των σφαγών στη Σμύρνη και είχαν την τάση να θεωρούν ότι κάθε πληροφορία για ακρότητες αποτελεί "ύποπτη πληροφορία ελληνικής προέλευσης". [140] Τη στάση αυτή των Γάλλων στηλίτευσε ακόμα και ο Ουίνστον Τσόρτσιλ γράφοντας: "Παρά τις προσπάθειες των Γάλλων να ελαχιστοποιήσουν τις φρικαλεότητες αυτές (των Τούρκων κατά των Ελλήνων στον Πόντο και τη δυτική Μικρασία) και να αποδείξουν, εναντίον των Ελλήνων παρόμοιες φρικαλεότητες σε μικρότερη κλίμακα, η κοινή γνώμη, όση υπήρχε, στρεφόταν αποφασιστικά εναντίον των Τούρκων".
Ελληνική ένοπλη ομάδα η οποία έδρασε στα περίχωρα του Σοχούμ στον Καύκασο μετά την επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917.Εικόνα(1)
Οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής
Οι Αμερικανοί από την πλευρά τους ήταν αντίθετοι με τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, γιατί απέβλεπαν στην δημιουργία αμερικανικού προτεκτοράτου σε όλη την Τουρκία. Η αμερικανική αντιπροσωπεία επιδίωκε τη διατήρηση του τουρκικού καθεστώτος στην ασιατική Τουρκία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ήθελαν την εντολή των συμμάχων για ολόκληρη την ασιατική Τουρκία, αποβλέποντας στα πετρέλαια της Μοσούλης. Ο Αμερικανός ναύαρχος Τσέστερ, ζητούσε προνόμια για μεγάλη σιδηροδρομική γραμμή που θα συνέδεε το εσωτερικό της Ανατολής με τα παράλια της Μεσογείου. Οι Αμερικανοί μετά το τέλος των τραγικών γεγονότων παρομοίασαν τον Κεμάλ με τον Γεώργιο Ουάσινγκτον. [141]
Η Μεγάλη Βρετανία
Η Μεγάλη Βρετανία, ενώ αρχικά υποστήριζε τις ελληνικές θέσεις δεν επενέβη για να περιορίσει την ήττα της συμμάχου της Ελλάδας. Την περίοδο που το Βατούμι βρισκόταν στην κατοχή της, απαγόρευσε στις ποντιακές οργανώσεις να συγκροτήσουν τάγματα για να αγωνιστούν για την απελευθέρωση του Πόντου. Απέρριψε τις προτάσεις για απόβαση στην Τραπεζούντα των ποντιακών ταγμάτων που είχαν δημιουργηθεί στα πλαίσια του ελληνικού στρατού, ώστε να δημιουργηθεί μια μικρή ελεύθερη περιοχή όπου θα κατέφευγαν οι Έλληνες από τη Ρωσία που καταδιώκονταν από τους μπολσεβίκους. Επιπλέον, το απόσπασμα αυτό ενισχυμένο, θα μπορούσε να αναχωρήσει στο εσωτερικό γύρω από το Ερζιγκιάν, ώστε να εξασφαλίσει από τους Τούρκους τα νώτα του αρμενικού στρατού. Η πρόταση αυτή συνάντησε την άρνηση της βρετανικής πλευράς. Την αρνητική απάντηση της βρετανικής κυβέρνησης στην πρόταση αυτή εισηγήθηκε ο Βρετανός αρμοστής στο Βατούμι Wardrop. Tην απόρριψη της πρότασης, παρόλο ότι αυτή εξυπηρετούσε άριστα τον αντιμπολσεβικικό αγώνα της Αντάντ, ο Δ. Καθενιώτης ερμηνεύει ως αποτέλεσμα της υποκειμενικής στάσης του Άγγλου Αρμοστή να αποδεχτεί τη μεταφορά των Ταγμάτων του Πόντου στο Βατούμι, γιατί ήταν φανατικός σλαβόφιλος ευμενέστατα διακείμενος προς τους Βουλγάρους. Πιθανότατα, η συγκεκριμένη βρετανική στάση ήταν απόρροια της αλλαγής των στρατηγικών επιλογών της βρετανικής κυβέρνησης. Ότι το βρετανικό επιτελείο υποστήριζε τον Κεμάλ Ατατούρκ πολύ πριν τις ελληνικές εκλογές του 1920 και πρότεινε τη διατήρηση του αλώβητου της οσμανικής επικράτειας στη Μικρά Ασία και κατ' επέκταση στα στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελλίων με τον περιβάλλοντα θρακικό χώρο. Τις βρετανικές ευθύνες, τουλάχιστον για την ανοχή της γενοκτονίας, ομολόγησε στην Αγγλική Βουλή και ο ίδιος ο πρωθυπουργός Λόϋντ Τζωρτζ λέγοντας: "Οι Τούρκοι οργιάζουν κατά των Ελλήνων του Πόντου χωρίς να διασώζονται από τις Αγγλογαλλικές δυνάμεις." [142] Οι Βρετανοί αντιπρόσωποι στη Λοζάννη επανειλημμένα θύμιζαν στον αρχηγό της τουρκικής αντιπροσωπείας Ισμέτ Πασά, ότι η Τουρκία νίκησε επειδή ο αγγλικός στρατός είχε αδρανήσει συνειδητά τον Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 1922. [143]
Οι Ιταλοί
Οι Ιταλοί μαζί με τους Γάλλους εφοδίαζαν τον κεμαλικό στρατό με όπλα, ιματισμό, φορτηγά αυτοκίνητα, αεροπλάνα, καταδιωκτικά και αναγνωριστικά, ενώ ο ελληνικός στρατός είχε αφεθεί τελείως αβοήθητος. Στις 15 Μαρτίου 1922 υπογράφτηκε μυστική συμφωνία των Ιταλών με τον Κεμάλ για εφοδιασμό με άφθονο πολεμικό υλικό. Το ενδιαφέρον της Ιταλίας για την εξασφάλιση απόλυτης κυριαρχίας στο μεσογειακό χώρο είχε εκδηλωθεί από την ίδρυση του ιταλικού εθνικού κράτους. Η επέκταση της Ελλάδας στην Ιωνία και στην Ανατολική Θράκη αποτελούσε απειλή για τα στρατηγικά συμφέροντα των Ιταλών. [144]
Στο λιμάνι της Σμύρνης
Το Βατικανό
Ακόμα και το Βατικανό είχε ανάμειξη στα γεγονότα. Λίγα χρόνια μετά την καταστροφή ήρθαν στο φως έγγραφα που αποδείκνυαν πως το Βατικανό είχε παρακινήσει τους Γάλλους να βοηθήσουν τους Τούρκους γιατί δεν ήθελε να πάρουν οι ορθόδοξοι στα χέρια τους την Κωνσταντινούπολη. Το Βατικανό φοβόταν ότι η ελληνοορθόδοξη εκκλησία θα γινόταν σοβαρός αντίπαλος σε περίπτωση που θα εδραιώνονταν στο παλιό κέντρο του ανατολικού χριστιανισμού. Xαρακτηριστικές είναι οι δηλώσεις του Βατικανού όπως "προτιμότερη πάνω στο τρούλλο της Αγίας Σοφίας είναι η ημισέληνος παρά ο ελληνικός σταυρός". Προτιμούσε επίσης τη "μουσουλμανική αδιαφορία από τον ορθόδοξο φανατισμό. [145]
Υπονόμευση του αγώνα των Μικρασιατών
Οι τρεις συμμαχικές χώρες (Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία) απέριψαν τέλος το αγωνιώδες αίτημα των Μικρασιατών για δημιουργία αυτόνομου μικρασιατικού κράτους με πρωτεύουσα τη Σμύρνη. Απείλησαν με ένοπλη αντιμετώπιση στην περίπτωση που ο ελληνικός στρατός επιχειρούσε να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη. [146]
Η σφαγή της Σμύρνης
Στο λιμάνι της Σμύρνης την ημέρα των φοβερών σφαγών του άμαχου πληθυσμού βρίσκονταν 21 συμμαχικά πλοία, από τα οποία 11 αγγλικά, 5 γαλλικά, 2 ιταλικά, 3 των ΗΠΑ. Το μοναδικό ενδιαφέρον τους ήταν η προστασία των προξενείων τους. Οι εκπρόσωποι των συμμάχων θαύμαζαν απαθείς κι ολότελα αδιάφοροι το φρικτό θέαμα. Στην Κωνσταντινούπολη οι συμμαχικές αρχές αδιαφόρησαν τελείως για τους πρόσφυγες από τον Πόντο και τους άφησαν αβοήθητους, χωρίς καμία στοιχειώδη περίθαλψη, με αποτέλεσμα χιλιάδες να πεθάνουν από τις αρρώστιες στο στρατόπεδο Σελημιέ. [147]
Μαρτυρίες Σοβιετικών
Οι σοβιετικοί υπήρξαν οι βασικοί σύμμαχοι του κεμαλικού εθνικισμού τα πρώτα χρόνια της εμφάνισής του. Πιθανότατα, οι μπολσεβίκοι να αντάλλαξαν με τον τρόπο αυτό την υποστήριξη του παντουρκιστικού κινήματος που δρούσε στη Ρωσία κατά την Οκτωβριανή  Επανάσταση.
Οι σοβιετικοί λοιπόν προμήθευσαν τους κεμαλικούς με όπλα, χρήματα, στρατιωτικούς συμβούλους.
 Η τουρκική αντεπίθεση στο μικρασιατικό μέτωπο κατά των ελληνικών στρατευμάτων το 1921, οργανώθηκε από τον Μ. Φρούνζε, στρατιωτικό απεσταλμένο των σοβιετικών. Κατά συνέπεια, οι μαρτυρία των αποσταλμένων αυτών έχει ιδιαίτερη αποδεικτική σημασία.
O Φρούνζε, έδωσε μια από τις ελάχιστες μαρτυρίες για τους ηττημένους αντάρτες: “Συναντήσαμε μια μικρή ομάδα από 60-70 Έλληνες, οι οποίοι μόλις είχαν καταθέσει τα όπλα. Όλοι τους είχαν εξαντληθεί στο έπακρο… Άλλοι έμοιαζαν κυριολεκτικά με σκελετούς. Αντί για ρούχα κρέμονταν από τους ώμους τους κάτι απίθανα κουρέλια. Στο κέντρο της ομάδας βρίσκονταν ένας ψηλός κι’ αδύνατος παπάς, φορώντας το καλυμαύχι του… Φυσούσε κρύος αέρας και όλη η ομάδα κάτω από τα σπρωξίματα των συνοδών-στρατιωτών, κατευθυνόταν με πηδηματάκια προς τη Χάβζα. Μερικοί όταν μας αντίκρυσαν, άρχισαν να κλαίνε δυνατά ή μάλλον να ουρλιάζουν, μια και ο ήχος που ξέφευγε από τα στήθη τους, έμοιαζε περισσότερο με ουρλιαχτό κυνηγημένου ζώου”. Ο Φρούνζε περιέγραψε και άλλο ένα περιστατικό. Οταν περνούσαν δίπλα από μια ομάδα αιχμάλωτων Ελλήνων στη Μερζιφούντα, ένας από τους αιχμαλώτους φώναξε στη σοβιετική αντιπροσωπεία ότι ήταν και αυτοί ένοχοι γιατί ενίσχυαν τον Κεμάλ και τους Τούρκους. Το συναίσθημα αυτό των ανταρτών του δυτικού Πόντου ήταν εξαιρετικά έντονο. Ο οπλαρχηγός Κισά Μπατζάκ (Κοντοπόδης) διακύρησσε: “… oι Ρώσοι κομμουνιστές δώσανε όπλα στον Κεμάλ για να χτυπήσει εμάς, του έδωσαν υποστήριξη, απελευθέρωσαν όλους τους Τούρκους στρατιώτες που είχαν συλλάβει αιχμαλώτους όταν μπήκαν στην Τραπεζούντα”. Υποστήριζε ότι οι κομμουνιστές κατέδιδαν τις προσπάθειες προμήθειας οπλισμού των ανταρτών από τη Ρωσία και παρέδιδαν Πόντιους στους Τούρκους.
Ο Φρούνζε έγραφε τα εξής για την πολιτική του Τοπάλ Οσμάν: “…όλη αυτή η πλούσια και πυκνοκατοικημένη περιοχή της Τουρκίας, ερημώθηκε σε απίστευτο βαθμό. Απ’ όλο τον ελληνικό πληθυσμό των περιοχών της Σαμψούντας, της Σινώπης και της Αμάσειας απόμειναν μόνο μερικές ανταρτοομάδες που περιπλανιόντουσαν στα βουνά. Εκείνος που έγινε περισσότερο γνωστός για τις θηριωδίες του ήταν ο αρχηγός των Λαζών Οσμάν Αγάς, ο οποίος πέρασε δια πυρός και σιδήρου με την άγρια ορδή του όλη την περιοχή.”
Ο Αράλοβ, σοβιετικός πρέσβης στην Άγκυρα, ενημερώθηκε στη Σαμψούντα από τον αρχιστράτηγο Φρούνζε. Ο Φρούνζε του είπε ότι είχε δει πλήθος Έλληνες που είχαν σφαγιαστεί, “βάρβαρα σκοτωμένους Έλληνες -γέρους, παιδιά, γυναίκες”. Προειδοποίησε επίσης τον Αράλοβ για το τι επρόκειτο να συναντήσει πτώματα σφαγιασμένων Ελλήνων τους οποίους είχαν απαγάγει από τα σπίτια τους και είχαν σκοτώσει πάνω στους δρόμους.
Εικόνα(1)
Για το θέμα αυτό ο Αράλοβ είχε ιδιαίτερη συνομιλία με τον Κεμάλ. Αναφέρει ο ίδιος: “Του είπα (του Κεμάλ) για τις φρικτές σφαγές των Ελλήνων που είχε δει ο Φρούντζε και αργότερα εγώ ο ίδιος. Εχοντας υπ’ όψη μου τη συμβουλή του Λένιν να μην θίξω την τουρκική εθνική φιλοτιμία, πρόσεχα πολύ τις λέξεις μου…” Ο Κεμάλ απάντησε ως εξής στις “επισημάνσεις” του Φρούνζε: “Ξέρω αυτές τις βαρβαρότητες. Είμαι κατά της βαρβαρότητας. Εχω δώσει διαταγές να μεταχειρίζονται τους Έλληνες αιχμαλώτους με καλό τρόπο… Πρέπει να καταλάβετε τον λαό μας. Είναι εξαγριωμένοι. Ποιοί πρέπει να κατηγορηθούν για αυτό; Εκείνοι που θέλουν να ιδρύσουν ένα “Ποντιακό κράτος” στην Τουρκία…”
Ο Φρούνζε στο βιβλίο του “Αναμνήσεις από την Τουρκία” γράφει: “Από τους 200.000 Έλληνες που ζούσανε στη Σαμψούντα, τη Σινώπη και την Αμάσεια έμειναν λίγοι μόνο αντάρτες που τριγυρίζουν στα βουνά. Το σύνολο σχεδόν των ηλικιωμένων, των γυναικών και των παιδιών εξορίστηκαν σε άλλες περιοχές με πολύ άχημες συνθήκες. Πληροφορήθηκα ότι οι Τσέτες του Οσμάν Αγά (σ.τ.σ. Τοπάλ Οσμάν) έσπειραν τον πανικό στην πόλη Χάβζα. Έκαψαν, βασάνισαν και σκότωσαν όλους τους Έλληνες και Αρμένιους που βρήκαν μπροστά τους. γκρέμισαν όλες τις γέφυρες. Παντού υπήρχαν σημάδια γκρεμίσματος. Η διαδρομή από την πόλη Καβάκ προς το πέρασμα Χατζηλάρ θα μείνει για πάντα στη μνήμη μου όσο θα ζω. Σε απόσταση 30 χιλιομέτρων συναντούσαμε μόνο πτώματα. Μόνο εγώ μέτρησα 58. Σ’ ένα σημείο συναντήσαμε το πτώμα μιας ωταίας κοπέλλας. Της είχανε κόψει το κεφάλι και το τοποθέτησαν κοντά στο χέρι της. Σε κάποιο άλλο σημείο υπήρχε το πτώμα ενός άλλου ωραίου κοριτσιού, 7-8 χρονών, με ξανθά μαλιά και γυμνά πόδια. Φορούσε μόνο ένα παλιό πουκάμισο. Απ’ ότι καταλάβαμε, το κοριτσάκι καθώς έκλαιγε, έχωσε το πρόσωπό του στο χώμα, δολοφονημένο από το κάρφωμα της λόγχης του φαντάρου.”
Η γενοκτονία των Χριστιανών ήταν ένα καλά μελετημένο σχέδιο εξόντωσης όλων των μεινοτήτων της άλλοτε κραταιάς Αυτοκρατορίας. Ένα σχέδιο που άρχισε να εφαρμόζεται από το 1914, με τον πρώτο διωγμό. Και ολοκληρώθηκε με την καταστροφή του 1922.
Ο βιασμός ως όπλο της Γενοκτονίας
Εκδότης University of Toronto Press
Τεύχος Τόμος 3, Τεύχος 3 / Δεκέμβριος, 2008
 Σελίδες 279-296
Ημερομηνία δημοσίευσης:  31 Δεκεμβρίου 2008,εδώ
Συγγραφείς:Allison Ruby Reid-Cunningham
Υποψήφιος Διδάκτορας, Τμήμα Κοινωνικής Πρόνοιας, Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια στο Μπέρκλεϊ
Η σεξουαλική βία κατά των γυναικών κατά τη διάρκεια του πολέμου και της γενοκτονίας αποτελεί ένα πιεστικό πρόβλημα. Ο βιασμός χρησιμοποιείται σαν τακτική του πολέμου και της γενοκτονίας, λόγω των φυσικών και ψυχοκοινωνικών συνεπειών της για τα άτομα, τις οικογένειες και τις κοινότητες. Οι φυσικές και συναισθηματικές συνέπειες των μεμονωμένων επιθέσεων μεγεθύνονται όταν ο βιασμός συμβαίνει σε μαζική κλίμακα, όπως στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη (1992-1996), Ρουάντα (1994), το Νταρφούρ, στο Σουδάν (2003-σήμερα). Η θυματοποίηση των βιασμένων γυναικών επηρεάζει την κοινότητα σαν συλλογική απάντηση για τους επιζώντες τις οικογένειές τους τους φίλους τους, και τους γειτόνους τους..
Η αναγκαστική συνουσία και ο ατιμασμός αντιπροσωπεύουν μια συμβολική κατάληψη της γυναίκας από το βιαστή. Αυτή η κατάκτηση γενικεύετε στο σύνολο του πληθυσμού όπου οι επιζώντες, οι μάρτυρες, οι οικογένειες και οι κοινότητες εσωτερικεύουν τον βιασμό σαν μια επίθεση στη συλλογική τους συνείδηση .
*Θεωρείστε τη μετάφραση ερασιτεχνική ,όσο μας επιτρέπουν οι γνώσεις μας.
Αναφορές
↑ Rendel, G. W. (20 March 1922). Foreign Office Memorandum on Turkish Massacres and Persecutions of Minorities since the Armistice
↑ Δελτίο Τύπου της Διεθνούς Ένωσης Μελετητών Γενοκτονιών

Η αντιμετώπιση των προσφύγων. Οι δικοί μας Παλαιστίνιοι
Η ελλαδική κοινωνία είχε ήδη διαμορφώσει τις εικόνες της για τους ομοεθνείς της απ’ την άλλη πλευρά του Αιγαίου. Και οι εικόνες αυτές ήταν ήδη αρνητικές απ΄ την εποχή του ’16, που απ’ τη μια το Εργατικό Κέντρο Αθηνών ζητούσε να απαγορευτεί η πρόσληψη προσφύγων εργατών και απ’ την άλλη οι πρωτοφασιστικές ομάδες των «Επίστρατων» του Δ. Γούναρη και του Ι. Μεταξά οργάνωναν το πογκρόμ κατά των προσφύγων ως βενιζελικών.[1]
Το αρνητικό στερεότυπο που είχε δημιουργηθεί στην ελλαδική κοινωνία από τη φιλομοναρχική προπαγάνδα θα επιβεβαιωθεί πλήρως από έναν κορυφαίο διανοούμενο, εκφραστή του βαλκανικού ελληνικού εθνικισμού, τον Ίωνα Δραγούμη, ο οποίος το 1919 θεωρούσε ότι οι Μικρασιάτες, όπως και οι Κρητικοί, ήταν τα όργανα υποταγής της Παλαιάς Ελλάδας στον «αγγλογαλλικό ιμπεριαλισμό».[2]
Διαβάστε κι άλλο στο kars1918.wordpress.com
Και στοΤο"Οι αιώνια κυνηγημένοι: Πρόσφυγες και μετανάστες".
Η Μαύρη Βίβλος
Η Μαύρη Βίβλος των διωγμών του εν Τουρκία Ελληνισμού (1914-1918)
1919 και το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως εκδίδει και παραδίδει στην κρίση όλων των πεπολιτισμένων λαών του κόσμου την «Μαύρη Βίβλο των Διωγμών και Μαρτυριών του εν Τουρκία Ελληνισμού».
Η έκδοση γίνεται στην ελληνική και τη γαλλική γλώσσα,και αποτελεί μια συστηματική καταγραφή των εκτοπίσεων, διωγμών, σφαγιασμών, και λεηλασιών από την Τουρκική κρατική εξουσία εναντίον του μειονοτικού Ελληνικού στοιχείου, κατά τη χρονική περίοδο 1914-1918, περίοδο που σηματοδοτεί και την πρώτη φάση της Γενοκτονίας των Ελλήνων. Πρόκειται για μια αυστηρή καταγραφή γεγονότων, που αποκαλύπτουν τις φρικαλεότητες, χωρίς συναισθηματικές περιγραφές και προπαγανδιστικά κείμενα.
Βρήκαμε τη Μαύρη Βίβλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στα Ελληνικά εδώ 
Και σε  pdf στα Αγγλικά εδώ:
http://thalassa-karadeniz.livepage.g...black_book.pdf/
Ψήφισμα των ελλήνων διανοουμένων για την τραγωδία του Πόντου
"Oι έλληνες συγγραφείς και καλλιτέχναι, απηύθυναν προς τους διανοουμένους της Eυρώπης και Aμερικής την κάτωθι διαμαρτυρίαν:
Mετά βαθυτάτης συγκινήσεως οι συγγραφείς και καλλιτέχναι της Eλλάδος απευθύνονται προς τους διανοουμένους του πεπολιτισμένου κόσμου, όπως γνωστοποιήσουν εις αυτούς την τραγωδίαν χιλιάδων οικογενειών του ελληνικού Πόντου. Ξηρά, εξηκριβωμένα και αναμφισβήτητα τα γεγονότα είναι τα εξής:
Oι Tούρκοι εφόνευσαν όλους ανεξαιρέτως τους κατοίκους της πόλεως Mερζιφούντος, αφού την ελεηλάτησαν και την επυρπόλησαν. Tους προσπαθήσαντας να διασωθούν ετυφέκισαν και εθανάτωσαν, καταλαβόντες τας διόδους.
Mετετόπισαν όλον τον άρρενα πληθυσμόν των πόλεων Tριπόλεως, Kερασούντος, Oρδούς, Oινόης, Aμισού και Πάφρας και καθ' οδόν κατέσφαξαν τους πλείστους εξ αυτών.
Έκλεισαν εντός του ναού του χωρίου Έλεζλη εν Σουλού-Tερέ 535 Έλληνας και τους κατέσφαξαν, διασωθέντων μόνον τεσσάρων. Πρώτους έσφαξαν 7 ιερείς διά πελέκεως προ της θύρας του ναού.
Aπηγχόνισαν εν Aμασεία 168 προκρίτους Aμισού και Πάφρας.
Eβίασαν όλας ανεξαιρέτως τας γυναίκας, τας παρθένους και τα παιδία των άνω πόλεων, τας ωραιοτέρας δε παρθένους και νέους έκλεισαν εις τα χαρέμια. Πλείστα βρέφη εφόνευσαν, σφενδονίζοντες αυτά κατά των τοίχων.
Oι υπογεγραμμένοι θέτουσι τα ανωτέρω υπ' όψιν των διανοουμένων της Eυρώπης και της Aμερικής θεωρούντες ότι όχι μόνον τα γεγονότα ταύτα αλλά και η ανοχή αυτών αποτελεί πένθος της ανθρωπότητος.
Aθήναι, 22 Nοεμβρίου 1921.
Άννινος X., Aυγέρης M., Bλαχογιάννης I., Bώκος Γερ., Γρυπάρης I., Δούζας A., Δροσίνης Γ., Zάχος A., Θεοδωροπούλου Aύρα, Θεοτόκης K., Iακωβίδης Γ., Kαζαντζάκης N., Kαζαντζάκη Γαλ., Kαμπάνης Aρ., Kαμπούρογλους Δ., Kαρολίδης Π., Kόκκινος Δ., Kορομηλάς Γ., Mαλακάσης M., Mαλέας K., Mένανδρος Σ., Nικολούδης Θ., Nιρβάνας Π., Ξενόπουλος Γρ., Παλαμάς K., Παπαντωνίου Z., Παράσχος K., Πασαγιάννης K., Πολίτης Φ., Πωπ Γ., Σικελιανός Άγγ., Σκίπης Σ., Στρατήγης Γ., Tαγκόπουλος Δ., Tσοκόπουλος Γ., Φυλλύρας P., Xατζιδάκις Γ., Xατζόπουλος Δ., Xορν Π., Σβορώνος I. μεθ' όλης της πικρίας μου διά την κυρίως υπό της Γαλλίας και υπό ουδενός αισθήματος ή συμφέροντος ανθρωπίνου, δικαιολογουμένην εγκατάλειψιν εις σφαγήν των χριστιανών".
Επίσκεψη του Ελ. Βενιζέλου σε προσφυγικό καταυλισμό.
Αθήνα, Αρχείο Ε.Λ.Ι.Α. © Ελληνικό Λογοτεχνικό Ιστορικό Αρχείο
Μετά το '22
Οι εθνικές εκκαθαρίσεις - Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου - που θα γίνουν την περίοδο του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς και αυτές που θα ακολουθήσουν την περίοδο 1919-1922 θα καθορίσουν τη μοίρα του ποντιακού ελληνισμού και θα ανατρέψουν πλήρως τη φυσιογνωμία της περιοχής. Η καταστροφή αυτής της φυσιογνωμίας - η οποία είχε διαμορφωθεί από την αρχαιότητα - επισφραγίστηκε με την ανταλλαγή των πληθυσμών που επέβαλε η Συνθήκη της Λωζάννης μετά το πέρας του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1919 - 1922 και ολοκληρώθηκε με τη συμφωνία της Άγκυρας του 1930.
Εικόνα καταυλισμού(1)
Ο Πόντος, η «βαθειά Ελλάδα» των μεσαιωνικών χρονικογράφων, όπως και η υπόλοιπη Μικρά Ασία και η Ανατολική Θράκη, θα μετατραπούν – εκτός από «χαμένες πατρίδες»- σε μυθικούς, εξιδανικευμένους «ου τόπους» αναφοράς στη μνήμη των προσφύγων. Θα συνεχίσουν να υπάρχουν ως ονόματα δρόμων και ως μνημεία, στα  προσφυγικά χωριά και τις πολιτείες της  Ελλάδας. Όμως, η μνήμη των προσφυγικών πληθυσμών και η τραυματική ιστορική περιπέτεια θα εξοβελιστούν συνειδητά από την εκάστοτε εξουσία – όπως και από την εκάστοτε αντιπολίτευση- στη μετά το ’22 Ελλάδα. Η συλλογική μνήμη θα περιοριστεί μόνο στη βαλκανική εμπειρία του ελληνισμού. Θα ‘πρεπε να ‘ρθει η δεκαετία του ’80, όπου η κοινωνία των πολιτών άρχισε να αναπτύσσεται και να αμφισβητεί τις παραδεδεγμένες ερμηνείες, για να ξαναβρεί η ιστορία τις πραγματικές της εξηγήσεις, για να γίνει προσπάθεια να απαντηθούν τα ερωτήματα που ακόμα αιωρούνται, για να αρχίσουν να γεμίζουν οι Λευκές Σελίδες της ιστοριογραφίας μας, και να ξεκινήσουν και πάλι οι περιηγητές  να περιγράφουν με το δικό τους τρόπο τις κάποτε «ημέτερες πατρίδες».
Απο τη http://el.wikipedia.org/wiki
Συνεχίζεται
Εικόνες
http://www.delfini1922.gr/mikrasiatika_08.php
(1)άγνωστη πηγή.
update:5ος 2012

Γενοκτονία των Ποντίων Β'


Η Γενοκτονία των Ελλήνων αναφέρεται στις σφαγές και  τους εκτοπισμούς των Ελληνικών πληθυσμών που κατοικούσαν επί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στη Μικρά Ασία, και στην Ανατολική Θράκη από την Άνοιξη του 1914 μέχρι το 1923. Θεωρείται μια από τις  σύγχρονες γενοκτονίες, και ένα προμελετημένο έγκλημα, το οποίο η κυβέρνηση των Νεότουρκων έφερε σε πέρας με συστηματικότητα. Οι μέθοδοι που χρησιμοποίησε ήταν ο ξεριζωμός, η εξάντληση στις κακουχίες, τα βασανιστήρια, η πείνα και η δίψα, και τα στρατόπεδα θανάτου στην έρημο.
Η διεθνής βιβλιογραφία και τα κρατικά αρχεία πολλών χωρών βρίθουν μαρτυριών για το ειδεχθές έγκλημα, που διαπράχθηκε εναντίον του Ελληνικού λαού. Η Γενοκτονία των Ελλήνων πραγματοποιήθηκε παράλληλα με γενοκτονίες σε βάρος και άλλων χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δηλ. των Αρμενίων και των Ασσυρίων.
Ο κ.Αιγίδης στο σημαντικό  βιβλίο που έγραψε για το προσφυγικό ζήτημα που προέκυψε μετά το 1922, τονίζει ότι «1.200.000 ψυχές αποτελούν τον τραγικόν εις ανθρώπινας απώλειας απολογισμόν του αγώνος».  Στις 20 Μαρτίου 1922, ο Άγγλος διπλωμάτης Ρέντελ συνέταξε ένα μνημόνιο για τις τουρκικές ωμότητες σε βάρος των χριστιανών από το 1919 κι έπειτα.
 Στο προοίμιο αυτού του μνημονίου διαβάζουμε:
«Η επίτευξη της ανακωχής με την Τουρκία, στις 30 Οκτωβρίου 1918, φάνηκε να επέφερε μια προσωρινή παύση των διωγμών των μειονοτήτων εκ μέρους των Τούρκων, που διαπράχθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου. Στην επιδίωξη αυτών των διωγμών, είναι γενικώς αποδεκτό ... ότι πάνω από 500.000 ‘Έλληνες εξορίστηκαν, εκ των οποίων συγκριτικώς ελάχιστοι επέζησαν...»
Αντιγράφουμε από τη Βικιπαίδεια 
Τι εννοούμε με τον όρο “γενοκτονία” ;
Η γενοκτονία ως όρος διαμορφώθηκε κυρίως στη δίκη της Νυρεμβέργης το 1945, όπου δικάστηκε η ηγεσία των ναζιστών εγκληματιών του πολέμου. Συγκεκριμένα ο όρος σημαίνει τη μεθοδική εξολόθρευση, ολική ή μερική, μιας εθνικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας.
Πρόκειται για ένα πρωτογενές έγκλημα, το οποίο δεν έχει συνάρτηση με πολεμικές συγκρούσεις.
Ο γενοκτόνος δεν εξοντώνει μια ομάδα για κάτι που έκανε, αλλά για κάτι που είναι. Στην περίπτωση των Ελλήνων του Πόντου, επειδή ήταν Έλληνες και Χριστιανοί.

Πως και πότε διαπράχθηκε η γενοκτονία;
Ο ποντιακός ελληνισμός, από την πτώση της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας ( 1461 ) γνώρισε συνεχείς διωγμούς, σφαγές, ξεριζωμούς και προσπάθειες για το βίαιο εξισλαμισμό και εκτουρκισμό του, με αποκορύφωμα τη συστηματική και μεθοδευμένη εξόντωση – γενοκτονία του αιώνα μας.
Επτά χρόνια μετά την άλωση της Πόλης, οι Οθωμανοί κατέλαβαν την Τραπεζούντα. Η οθωμανική κατάκτηση του μικρασιατικού Πόντου μπορεί να διαιρεθεί σε τρεις περιόδους.
• Η πρώτη αρχίζει με την άλωση της Τραπεζούντας το 1461 και λήγει στα μέσα του 17ου αιώνα. Την περίοδο αυτή οι Τούρκοι κρατούν μάλλον ουδέτερη στάση κατά των Ελλήνων του Πόντου.
• Η δεύτερη αρχίζει στα μέσα του 17ου αιώνα και λήγει με το τέλος του πρώτου ρωσοτουρκικού πολέμου. Χαρακτηρίζεται από τη θρησκευτική βία κατά των χριστιανικών πληθυσμών. Κατά την περίοδο αυτή πραγματοποιούνται οι ομαδικοί εξισλαμισμοί των ελληνικών πληθυσμών.
• Η τελευταία περίοδος, που τελειώνει το 1922 υποδιαιρείται σε δύο υποπεριόδους. Η πρώτη αρχίζει με τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, το 1774. Χαρακτηρίζεται από τη συστηματική προσπάθεια των τοπικών αρχών να μην εφαρμόζουν προς όφελος των χριστιανών τους φιλελεύθερους νόμους. H δεύτερη υποπερίοδος αρχίζει το 1908 και χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη του τουρκικού εθνικισμού.
Από τους βαλκανικούς πολέμους και από τους επίσημους συμβούλους, των Γερμανών, οι Νεότουρκοι διδάχθηκαν ότι μονάχα με την εξαφάνιση των Ελλήνων και Αρμενίων θα έκαναν πατρίδα τους τη Μικρά Ασία. Οι διάφορες μορφές βίας δεν αρκούσαν για να φέρουν τον εκτουρκισμό.
Η απόφαση για την εξόντωσή τους πάρθηκε από τους Νεότουρκους το 1911, εφαρμόστηκε κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου και ολοκληρώθηκε από τον Μούσταφα Κεμάλ ( 1919 – 1923 ).
Το Νεοτουρκικό Κομιτάτο " Ένωση και Πρόοδος " ιδρύθηκε το 1889. Στο συνέδριο τους, που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1911 πάρθηκε η απόφαση, ότι η Μικρά Ασία πρέπει να γίνει μωαμεθανική χώρα. Η απόφαση αυτή καταδίκασε σε θάνατο διάφορες εθνότητες.
Οι Τούρκοι στον Πόντο άρχισαν με την επιστράτευση όλων από 15 έως 45 ετών και την αποστολή τους σε Τάγματα Εργασίας. Παράλληλα αμφισβήτησαν το δικαίωμα των Ελλήνων να ασκούν ελεύθερα τα επαγγέλματά τους και επί πλέον απαγόρευσαν τους μουσουλμάνους να εργάζονται επαγγελματικά με τους Έλληνες με την ποινή της τιμωρίας από τις στρατιωτικές Αρχές.
Και άρχισαν  οι άτακτες ορδές των Τούρκων  να επιτίθενται στα απομονωμένα ελληνικά χωριά κλέβοντας, φονεύοντας, αρπάζοντας νέα κορίτσια, κακοποιώντας και καίγοντάς τα.
Οι διωγμοί των Ελλήνων του Πόντου

Η εφαρμογή αυτής της πολιτικής ανάγκασε χιλιάδες Ελλήνων  της Μικρασίας να εγκαταλείψουν τις προαιώνιες εστίες τους για να μετοικήσουν  σε ασφαλέστερες περιοχές,μετά από  πολυήμερες εξοντωτικές πορείες.
Σε μια έκθεση της Ελληνικής Πρεσβείας, με ημερομηνία τον Ιούνιο του 1915 είναι γραμμένα τα εξής:  Οι εκτοπιζόμενοι από τα χωριά τους δεν είχαν δικαίωμα να πάρουν μαζί τους ούτε τα απολύτως αναγκαία. Γυμνοί και ξυπόλητοι, χωρίς τροφή και νερό, δερόμενοι και υβριζόμενοι, όσοι δεν εφονεύοντο οδηγούντο στα όρη από τους δημίους τους. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς πέθαιναν κατά την πορεία από τα βασανιστήρια. Το τέρμα του ταξιδιού δεν σήμαινε και τέρμα των δεινών τους, γιατί οι βάρβαροι κάτοικοι των χωριών, τους παρελάμβαναν για να τους καταφέρουν το τελειωτικό πλήγμα …
Σκοπός των Τούρκων ήταν, με τους εκτοπισμούς, τις πυρπολίσεις των χωριών, τις λεηλασίες, να επιτύχουν την αλλοίωση του εθνολογικού χαρακτήρα των ελληνικών περιοχών και να καταφέρουν ευκολότερα των εκτουρκισμό εκείνων που θα απέμεναν.
Το τελικό πλήγμα.
Το 1919 αρχίζει νέος διωγμός κατά των Ελλήνων από το κεμαλικό καθεστώς, πολύ πιο άγριος κι απάνθρωπος από τους προηγούμενους,που υπήρξε η χαριστική βολή για τον ποντιακό ελληνισμό.
Στις 19 Μαϊου, με την αποβίβαση του Μουσταφά Κεμάλ στη Σαμψούντα, αρχίζει η δεύτερη και σκληρότερη φάση της Ποντιακής Γενοκτονίας.
Με τη βοήθεια μελών του Νεοτουρκικού Κομιτάτου συγκροτεί μυστική οργάνωση, τη Mutafai Milliye, κηρύσσει το μίσος εναντίον των Ελλήνων και σχεδιάζει την ολοκλήρωση της εξόντωσης του ποντιακού ελληνισμού. Αυτό που δεν πέτυχε το σουλτανικό καθεστώς στους πέντε αιώνες της τυραννικής διοίκησής του, το πέτυχε μέσα σε λίγα χρόνια ο Κεμάλ, εξόντωσε τον ελληνισμό του Πόντου και της Ιωνίας.
Η τρομοκρατία, τα εργατικά τάγματα, οι εξορίες, οι κρεμάλες, οι πυρπολήσεις των χωριών, οι βιασμοί, οι δολοφονίες ανάγκασαν τους Έλληνες του Πόντου να ανέβουν στα βουνά οργανώνοντας αντάρτικο για την προστασία του άμαχου πληθυσμού. Τα θύματα της γενοκτονίας θα ήταν πολύ περισσότερα, αν δεν υπήρχε το επικό και ακατάβλητο ποντιακό αντάρτικο.
Με την επικράτηση του Κεμάλ, οι διωγμοί συνεχίζονται με μεγαλύτερη ένταση. Στήνονται στις πόλεις του Πόντου τα διαβόητα έκτακτα δικαστήρια ανεξαρτησίας, που καταδικάζουν και εκτελούν την ηγεσία του ποντιακού ελληνισμού.
Το τέλος του Πόντου πλησιάζει.
Οι φωνές λιγοστεύουν.
Η  απόφαση των Τούρκων εθνικιστών για επίλυση του εθνικού τους προβλήματος και της συγκρότησης νέου  Οθωμανικού κράτους εκτελέστηκε με τον πιο οδυνηρό και απάνθρωπο τρόπο: με τις γενοκτονίες των χριστιανικών λαών, Ελλήνων Συρίων και Αρμενίων, με την υποχρεωτική έξοδο όσων επιβίωσαν, και με τη βίαιη τουρκοποίηση  των μουσουλμανικών εθνοτήτων,που συνέχισαν να παραμένουν στην επικράτεια, όπως των Κούρδων.
Οι Έλληνες στον Πόντο ανέρχονταν σε 700.000 άτομα την παραμονή του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μέχρι το τέλος του 1923 είχαν εξοντωθεί 353.000 άτομα. Ακολουθεί μαρτυρία ενός αυτόπτη μάρτυρα. Ενός ανθρώπου που επέζησε  από τη μεγάλη ανθρωποσφαγή.

Ενδεικτική περίπτωση
Είναι ο Σάββας Κανταρτζής, ο οποίος εξέδωσε  τις φοβερές του εμπειρίες το 1975 στην Κατερίνη. Η  συγκλονιστική αφήγησή του  αναφέρεται στην καταστροφή του χωριού Μπεϊαλάν, της περιφέρειας Κοτυώρων από τους τσέτες του Τοπάλ Οσμάν. Το Μπεϊαλάν είναι ένα από τα εκατοντάδες ελληνικά χωριά που καταστράφηκαν ολοσχερώς από τις τουρκικές συμμορίες:
"Τα χαράματα, στις 16 Φεβρουαρίου 1922, ημέρα Τετάρτη, μια εφιαλτική είδηση, ότι οι τσέτες του Τοπάλ Οσμάν έρχονται στο χωριό, έκανε τους κατοίκους να τρομάξουν και ν' αναστατωθούν. Οι άντρες, όσοι βρίσκονταν τη νύχτα στο χωριό, βιάστηκαν να φύγουν στο δάσος... Αλλοι άντρες που είχαν κρυψώνες σε σπίτια και σε σταύλους, τρύπωσαν σ' αυτές και καμουφλαρίστηκαν έτσι που να μην τους υποπτευθεί κανείς. Τα γυναικόπαιδα και οι γέροι κλείστηκαν στα σπίτια και περίμεναν με καρδιοχτύπι να δούν τι θα γίνει... Δεν πέρασαν παρά λίγα λεπτά κι' οι τσέτες , περισσότεροι από 150 έμπαιναν στο χωριό κραυγάζοντας και πυροβολώντας. Τους ακολουθούσαν τούρκοι χωρικοί από τα γειτονικά χωριά. Αυτούς τους είχαν μυήσει στο εγκληματικό σχέδιο τους και τους κάλεσαν για πλιάτσικο.
Μόλις μπήκαν οι συμμορίτες στο χωριό, η ατμόσφαιρα ηλεκτρίστηκε και ο ορίζοντας πήρε τη μορφή θύελλας που ξέσπασε άγρια. Με κραυγές και βρισιές, βροντώντας με τους υποκοπάνους τις πόρτες και τα παράθυρα, καλούσαν όλους να βγουν έξω από τα σπίτια και να μαζευτούν στην πλατεία- αλλοιώς απειλούσαν, θα δώσουν φωτιά στα σπίτια και θα τους κάψουν.
Σε λίγο, όλα τα γυναικόπαιδα και οι γέροι, βρίσκονταν τρέμοντας και κλαίγοντας στους δρόμους.
Οι συμμορίτες υποπτεύθηκαν ότι κάποιοι θα και δοκίμαζαν να φύγουν έξω από το χωριό, πρόβλεψαν ένα τέτοιο ενδεχόμενο και είχαν πιάσει από πριν τα μπογάζια, απ' όπου μπορούσε να φύγει κανείς. Ετσι, μόλις έφτασαν, τρέχοντας, οι κοπέλλες στα μπογάζια, δέχτηκαν από τσέτες που παραμόνευαν, πυροβολισμούς στο ψαχνό. Μερικές έμειναν στον τόπο σκοτωμένες, ενώ οι άλλες τραυματίστηκαν και γύρισαν πίσω.Οι φόνοι αυτοί αποκάλυψαν για καλά τους εγκληματικούς σκοπούς των συμμοριτών κι' έγιναν το σύνθημα να ξεσπάσει, το τρομοκρατημένο πλήθος των γυναικόπαιδων, που είχε ριχτεί στους δρόμους σε ένα βουβό κι' ασυγκράτητο κλάμα και σε σπαραξικάρδιες κραυγές απελπισίας. Τίποτα απ' όλα αυτά δεν στάθηκε ικανό να μαλάξει την σκληρότητα του τεράτων, που είχε διαλέξει ο Τοπάλ Οσμάν για την "πατριωτική" του εκστρατεία. Σκληροί σαν ύαινες, που διψούν για αίμα, και διεστραμμένοι σαδιστές που γλεντούν με τον πόνο και τα βασανιστήρια των θυμάτων τους, χίμηξαν μανιασμένοι στα γυναικόπαιδα και τους γέρους, κραυγάζοντας, βρίζοντας, χτυπώντας, κλωτσώντας και σπρώχνοντάς τους να μαζευτούν στην πλατεία.
Οι μητέρες αναμαλλιασμένες, κατάχλωμες από το τσουχτερό κρύο και το φόβο, με τα βρέφη στην αγκαλιά και τα νήπια μπερδεμένα στα πόδια τους. Οι κοπέλλες άλλες με τους γέρους γονείς κι' άλλες με γριές ή άρρωστους αγκαλιασμένες, περιμαζεύτηκαν με τον χτηνώδη αυτόν τρόπο, στην πλατεία σαν πρόβατα για τη σφαγή, μέσα σε ένα πανδαιμόνιο από σπαραχτικές κραυγές και θρήνους και κοπετούς. Η πρώτη φάση της απερίγραπτης τραγωδίας του Μπεϊαλάν έκλεισε, έτσι, θριαμβευτικά για τους θλιβερούς ήρωες της γενοκτονίας.
Οταν πια όλα τα γυναικόπαιδα κ' οι γέροι μαζεύτηκαν στην πλατεία, οι τσέτες έβαλαν μπρός την δεύτερη φάση της σατανικής τους επιχείρησης. Διάταξαν να περάσουν όλοι στα δίπατα σπίτια, που βρίσκονταν στην πλατεία και τα είχαν διαλέξει για να ολοκληρώσουν τον εγκληματικό τους σκοπό. Η απροθυμία, που έδειξε το τραγικό αυτό κοπάδι των μελλοθανάτων να υπακούσει στην διαταγή, γιατί ήταν πια ολοφάνερο ότι όλους τους περίμενε ο θάνατος, εξαγρίωσε τους συμμορίτες που βιάζονταν να τελειώσουν γρήγορα την μακάβρια επιχείρηση. Και τότε, σαν λυσασμένα θεριά, ρίχτηκαν στις γυναίκες, τα μωρά και τους γέρους, και με γροθιές, με κοντακιές και κλωτσιές έχωσαν και στρίμωξαν στα δύο σπίτια τα αθώα και άκακα αυτά πλάσματα, και σφάλισαν τις πόρτες- ο αριθμός τους πλησίαζε τις τρεις εκατοντάδες.
Και τώρα δεν έμενε παρά η τρίτη και τελική φάση της πατριωτικής... επιχείρησης των θλιβερών ηρώων-συμμοριτών του Τοπάλ Οσμάν. Δεν χρειάστηκαν παρά μια αγκαλιά ξερά χόρτα και μερικά σπασμένα πέταυρα (χαρτόματα) ν' ανάψει η φωτιά. Και σε λίγο τα δύο σπίτια, έγιναν πυροτέχνημα και ζώστηκαν, από μέσα κι' απ' έξω, από πύρινες γλώσσες και μαυροκόκκινο καπνό. Το τί ακολούθησε την ώρα εκείνη δεν περιγράφεται.
Οι μητέρες ξετρελλαμένες, έσφιγγαν, αλλαλάζοντας και τσιρίζοντας με όλη τη δύναμη της ψυχής τους, στην αγκαλιά τα μωρά τους, που έκλαιγαν και κραύγαζαν "μάνα, μανίτσα!". Οι κοπέλλες και οι άλλες γυναίκες με τους γέρους γονείς, τα παιδιά και τους αρρώστους, κραύγαζαν και αρπάζονταν μεταξύ τους σαν να ήθελαν να πάρουν και να δώσουν κουράγιο και βοήθεια, καθώς έπαιρναν φωτιά τα μαλλιά και τα ρούχα τους κι' άρχισαν να γλύφουν το κορμί οι φλόγες. Κραυγές, που ξέσκιζαν το λαρύγγι και τ' αυτιά, φωνές μανιακές και κλάμματα βροντερά, άγρια ουρλιαχτά ανθρώπων, που έχασαν από τρόμο και πόνο τα μυαλά τους, χτυπήματα στα στήθη, στον πυρακτωμένο αέρα και στους τοίχους - χαλασμός κόσμου, ένα ζωντανό κομμάτι από την κόλαση στη γη! Αυτή την εφιαλτική εικόνα παρίσταναν, τα πρώτα λεπτά, τα δύο σπίτια που τα είχαν αγκαλιάσει οι φλόγες.
Μερικές γυναίκες και κοπέλες μέσα στον πόνο την φρίκη και την απελπισία τους, δοκίμασαν να ριχτούν από τα παράθυρα, προτιμώντας να σκοτωθούν πέφτοντας κάτω ή με σφαίρες από όπλο, παρά να υποστούν τον φριχτό θάνατο στην φωτιά. Οι τσέτες που απολάμβαναν με κέφι και χαχανητά το μακάβριο θέαμα, έκαναν το χατήρι τους -τις  πυροβολούσαν και τις σκότωναν.
Δεν κράτησε πολλά λεπτά, αυτή η σπαραξικάρδια οχλοβοή. Στην αρχή ο τόνος της οχλοβοής ανέβηκε ψηλά, ως που μπορούν να φτάνουν κραυγές, ξεφωνητά και ξελαρυγγίσματα από τρεις περίπου εκατοντάδες ανθρώπινα στόματα. Γρήγορα όμως ο τόνος άρχισε να πέφτει, ως που μονομιάς κόπηκαν κι' έσβησαν οι φωνές και το κλάμα. Κι' ακούγονταν μονο τα ξύλα, που έτριζαν από τη φωτιά και οι καμμένοι τοίχοι και τα δοκάρια, που έπεφταν με πάταγο πάνω στα κορμιά, που κείτονταν τώρα σωροί κάρβουνα και στάχτη κάτω στο δάπεδο, στα δύο στοιχειωμένα σπίτια το Μπεϊαλάν".
Διεθνείς μαρτυρίες και εκθέσεις
Βρετανική μαρτυρία
Το τέλος του 1921 σφραγίστηκε από τις φοβερές ωμότητες των Τούρκων στον μικρασιατικό Πόντο. Ο Βρετανός αρμοστής στην Κωνσταντινούπολη πληροφορούσε τον υπουργό εξωτερικών ότι:
"Οι Τούρκοι φαίνεται ότι δρουν βάσει προμελετημένου σχεδίου για την εξόντωση των μειονοτήτων... Ολοι οι άνδρες ηλικίας άνω των 15 ετών της περιφερείας Τραπεζούντος και της ενδοχώρας εκτοπίστηκαν στα εργατικά τάγματα του Ερζερούμ, Καρς και Σαρήκαμις."
Δηλώσεις Λόϋντ Τζωρτζ
Βασισμένος σε μια σειρά επισήμων αναφορών ο Βρετανός πρωθυπουργός Λόϋντ Τζωρτζ προέβη σε δημόσιες δηλώσεις στη Βουλή των Κοινοτήτων: "... (στον Πόντο, δεκάδες χιλιάδες Ελλήνων ανδρών, γυναικών και παιδιών απελαύνονταν και πέθαιναν. Ηταν καθαρή ηθελημένη εξολόθρευση. "Εξολόθρευση" δεν είναι δικιά μου λέξη. Είναι η λέξη που χρησιμοποιεί η Αμερικανική Αποστολή." [117]
Διαπιστώσεις Ουϊνστον Τσόρτσιλ
Ο Ουϊνστον Τσόρτσιλ διαπίστωνε ότι: "... οι φοβεροί εκτοπισμοί των Ελλήνων από την Τραπεζούντα και τη Σαμψούντα που είχαν γίνει το φθινόπωρο του 1921, έφταναν τώρα για πρώτη φορά στην Ευρώπη."
Αμερικανικές μαρτυρίες
Ο Αμερικανός ταγματάρχης Γιόουελ έδωσε μια εικόνα του μικρασιατικού Πόντου το 1921: "Πτώματα, πτώματα σε όλο το μήκος της πορείας των εκτοπιζομένων... φρίκη και πτώματα...", ενώ ο Αμερικανός δημοσιογράφος Γκίμπονς μαρτυρούσε: "Η πεδιάδα της Μαλάτειας ήταν στρωμένη με πτώματα Ελλήνων."
Σοβιετικές μαρτυρίες για τις Τουρκικές ωμότητες
Ακόμα και οι σοβιετικοί απεσταλμένοι, οι οποίοι είχαν πλήρη γνώση των τουρκικών ωμοτήτων κατά των Ελλήνων, δεν μπορούσαν να κρύψουν τον αποτροπιασμό τους για τα φρικτά εγκλήματα των συμμάχων τους. Ο Αράλοβ, σοβιετικός πρέσβης στην Άγκυρα, ενημερώθηκε στη Σαμψούντα από τον αρχιστράτηγο Φρούνζε. Ο Φρούνζε του είπε ότι είχε δει πλήθος Έλληνες που είχαν σφαγιαστεί, "βάρβαρα σκοτωμένους Έλληνες -γέρους, παιδιά, γυναίκες". Προειδοποίησε επίσης τον Αράλοβ για το τι επρόκειτο να συναντήσει πτώματα σφαγιασμένων Ελλήνων τους οποίους είχαν απαγάγει από τα σπίτια τους και είχαν σκοτώσει πάνω στους δρόμους.
Συζήτηση με τον Κεμάλ Ατατούρκ
Για το θέμα των τουρκικών ωμοτήτων κατά του ελληνικού πληθυσμού, ο Αράλοβ είχε ιδιαίτερη συνομιλία με τον Κεμάλ. Αναφέρει ο ίδιος: "Του είπα (του Κεμάλ) για τις φρικτές σφαγές των Ελλήνων που είχε δει ο Φρούντζε και αργότερα εγώ ο ίδιος. Εχοντας υπ' όψη μου τη συμβουλή του Λένιν να μην θίξω την τουρκική εθνική φιλοτιμία, πρόσεχα πολύ τις λέξεις μου..."
Ο Κεμάλ απάντησε ως εξής στις "επισημάνσεις" του Φρούντζε: "Ξέρω αυτές τις βαρβαρότητες.
 Είμαι κατά της βαρβαρότητας. Εχω δώσει διαταγές να μεταχειρίζονται τους Έλληνες αιχμαλώτους με καλό τρόπο... Πρέπει να καταλάβετε τον λαό μας. Είναι εξαγριωμένοι. Ποιοι πρέπει να κατηγορηθούν για αυτό; Εκείνοι που θέλουν να ιδρύσουν ένα "Ποντιακό κράτος" στην Τουρκία..."
Σε έκθεση  αυτής της περιόδου αναφέρεται: "Η καταστροφή των χωρίων ήρξατο κατά τον Απρίλιον του 1921 και συνεπληρώθη προ μηνός (σ.τ.σ. Ιούνιος 1922). Άπαντα τα χωρία κατεστράφησαν, εκάησαν, εξερριζώθησαν τελείως. Πάντες οι κάτοικοι των χωρίων τούτων εξωρίσθηκαν και εφονεύθησαν αδιακρίτως γένους και ηλικίας... Εκ των εις τα βουνά καταφυγόντων οι ημίσεις απέθανον εκ κακουχιών και φόνων και ασθενειών... Εγένοντο Αποστολαί εξορίστων εις το εσωτερικόν. Εκάστης Αποστολής οι εξόριστοι ελαμβάνοντο κατ' εκλογήν μεταξύ των εχόντων ηλικίαν 10-70 ετών. Η τύχη των εξοριζομένων ήτο ως επί το πλείστον σφαγή, αγχόνη και θάνατος εκ κακώσεως και πείνης."
Το αντάρτικο -Εγκατάλειψη- Σοβιετική στάση
Οι αντάρτες βρίσκονταν σε κατάσταση απόγνωσης. Καμιά βοήθεια δεν
έφτανε σε αυτούς πλέον. Οι σοβιετικοί είχαν αποκόψει τους δρόμους εφοδιασμού από τις ελληνικές κοινότητες της Ρωσίας.
Στάση της Ελλάδας
Η ελληνική κυβέρνηση δεν απαντούσε στις αγωνιώδεις εκκλήσεις τους για αποστολή στρατιωτικής βοήθειας. Ενα πλοίο που φορτώθηκε στον Πειραιά με όπλα και πυρομαχικά για αυτούς δεν ξεκίνησε ποτέ.
Ένα τραγούδι
Την εγκατάλειψη αυτή οι Πόντιοι την αποτύπωσαν στα τραγούδια τους:
Στα βουνά της Πάφρας
οι πληγωμένοι είναι πολλοί.
Μην έρθεις γιατρέ, μην έρθεις,
δεν υπάρχει ελπίδα να σωθούν.
Εκτός από το Θεό
δεν έχουν κανέναν άλλο προστάτη.
Συγκρούσεις με τον τουρκικό στρατό
Ανεξάρτητα από την αδυναμία και την πολυδιάσπασή τους, οι Έλληνες αντάρτες του Πόντου έφεραν σε δύσκολη θέση τον τουρκικό στρατό. Παρόλο που με τον αριθμό τους αντιστοιχούσαν σε μια μεραρχία, κατόρθωσαν να αντιμετωπίσουν πολλαπλάσιο τουρκικό στρατό.  Ο Κεμάλ Ατατούρκ είχε επιφορτίσει την 3η Στρατιά του στρατού του με το καθήκον της καταστολής του αντάρτικου ποντιακού κινήματος.
Μαρτυρία σοβιετικών για αιχμάλωτους αντάρτες
O Φρούνζε, σοβιετικός απεσταλμένος στην Τουρκία, έδωσε μια από τις ελάχιστες μαρτυρίες για τους ηττημένους αντάρτες: "Συναντήσαμε μια μικρή ομάδα από 60-70 Έλληνες, οι οποίοι μόλις είχαν καταθέσει τα όπλα. Όλοι τους είχαν εξαντληθεί στο έπακρο... Άλλοι έμοιαζαν κυριολεκτικά με σκελετούς. Αντί για ρούχα κρέμονταν από τους ώμους τους κάτι απίθανα κουρέλια. Στο κέντρο της ομάδας βρίσκονταν ένας ψηλός κι' αδύνατος παπάς, φορώντας το καλυμαύχι του... Φυσούσε κρύος αέρας και όλη η ομάδα κάτω από τα σπρωξίματα των συνοδών-στρατιωτών, κατευθυνόταν με πηδηματάκια προς τη Χάβζα. Μερικοί όταν μας αντίκρυσαν, άρχισαν να κλαίνε δυνατά ή μάλλον να ουρλιάζουν, μια και ο ήχος που ξέφευγε από τα στήθη τους, έμοιαζε περισσότερο με ουρλιαχτό κυνηγημένου ζώου".
Τα συναισθήματα των ανταρτών
Ο Φρούνζε πάλι, περιέγραψε ένα χαρακτηριστικό περιστατικό." Όταν περνούσαν δίπλα από μια ομάδα αιχμάλωτων Ελλήνων στη Μερζιφούντα, ένας από τους αιχμαλώτους φώναξε στη σοβιετική αντιπροσωπεία ότι ήταν και αυτοί ένοχοι γιατί ενίσχυαν τον Κεμάλ και τους Τούρκους.  Το συναίσθημα αυτό των ανταρτών του δυτικού Πόντου ήταν εξαιρετικά έντονο. Ο οπλαρχηγός Κισά Μπατζάκ (Κοντοπόδης) διακήρυσσε: "... oι Ρώσοι κομμουνιστές δώσανε όπλα στον Κεμάλ για να χτυπήσει εμάς, του έδωσαν υποστήριξη, απελευθέρωσαν όλους τους Τούρκους στρατιώτες που είχαν συλλάβει αιχμαλώτους όταν μπήκαν στην Τραπεζούντα". Υποστήριζε ότι οι σοβιετικοί κομμουνιστές κατέδιδαν τις προσπάθειες προμήθειας οπλισμού των ανταρτών από τη Ρωσία και παρέδιδαν Πόντιους στους Τούρκους.
Το τέλος
H ήττα του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία επικύρωσε την κυριαρχία των Τούρκων στο χώρο. Ένα χρόνο μετά τη Συνθήκη της Λοζάννης υπήρχαν ακόμα Έλληνες αντάρτες στα ποντιακά βουνά. Όσοι επέζησαν κατέφυγαν στην Σοβιετική πλέον Ένωση.  Υπάρχουν περιπτώσεις ανταρτών, που για να φύγουν για την Ελλάδα πήγαν στο Βλαδιβοστόκ και από εκεί μέσω Ιαπωνίας αναχώρησαν για το μοναδικό πλέον ελεύθερο ελληνικό χώρο.
Η οριστική απώλεια του μικρασιατικού Πόντου έστρεψε μόνιμα πλέον το ενδιαφέρον και τους προσανατολισμούς του ελληνισμού προς το μοναδικό πλέον μητροπολιτικό κέντρο.
Η μοίρα των διανοουμένων
Οι διανοούμενοι και οι πρόκριτοι του Πόντου δικάστηκαν από το ψευδεπίγραφο "Δικαστήριο της Ανεξαρτησίας" που έδρευε στην Αμάσεια. Με την κατηγορία ότι έγινε προσπάθεια απόσχισης από την Τουρκία, εκδόθηκαν εκατοντάδες θανατικές καταδίκες. Περίπου 450 Πόντιοι πέθαναν στις κρεμάλες της Αμάσειας.
Η ιδιαιτερότητα  της ποντιακής γενοκτονίας
Αυτό που διαφοροποιεί την ποντιακή περίπτωση, στα πλαίσια πάντα της μικρασιατικής εμπειρίας, είναι το γεγονός ότι ο Πόντος εξαιρέθηκε από τις ρυθμίσεις της Συνθήκης των Σεβρών, ότι η βασική πολιτική τάση των Ποντίων ηγετών υπήρξε η δημιουργία ενός δεύτερου ελληνικού κράτους στη βορειοανατολική Μικρά Ασία, και ποτέ στα εδάφη του Πόντου δεν έλαβε χώρα ένας πόλεμος μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας και ότι οι συνέπειες της γενοκτονίας και του ξεριζωμού από τη γενέθλια γη παραμένουν ακόμα ορατές, εφόσον το μεγαλύτερο μέρος των Ελλήνων της πρώην Σοβιετικής Ένωσης -που υφίσταται τις δραματικές συνέπειες της κατάρρευσης- προέρχεται από το Μικρασιατικό Πόντο. Το πλαίσιο όμως, μέσα στο οποίο μελετάται η ιστορική εμπειρία του ποντιακού ελληνισμού, παραμένει οπωσδήποτε, σε κάθε περίπτωση, το μικρασιατικό.
Συνέχεια β΄μέρος.
Updated on 27 February 2011.
Πηγές::http://www.HellenicGenocide.org/quotes/p-ge-vict-deported-walk.html
Οι διωγμοί των Ελλήνων του Πόντου
http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CE%BA%CF%84%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%B1_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%95%CE%BB%CE%BB%CE%AE%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%A0%CF%8C%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%85


Πώς ήρθες ως εδώ; Θυμήσου ταξιδιώτη

Η εσωτερίκευση της ήττας
Τα γεγονότα που παρουσιάζονται σε αυτή την ανάρτηση δεν παρατίθενται σαν μουσειακό έκθεμα. Είναι αντίδραση της μνήμης στα συνεχόμενα χρόνια σιωπής, ακόμη και της εσκεμμένης αποφυγής για τις δυσάρεστες ιστορίες. Μετά και από την προτροπή της γιαγιάς να το αναδείξω σαν θέμα, όχι μία αλλά περισσότερες από μία φορές, αποφάσισα να κάνω την προσπάθεια αναζητώντας σχετικά κείμενα.
Είναι μια πρώτη απόπειρα να φωτιστούν πλευρές της ιστορίας άγνωστες για τους περισσότερους, αλλά και για μένα. Να ευχαριστήσω εδώ  όλους τους ανθρώπους που πασχίζουν για πολλά χρόνια να κρατήσουν τις μνήμες ζωντανές, και αγωνίζονται για το ζήτημα της αναγνώρισης της Γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού.
 Εγώ δεν ήμουν ανάμεσά τους.
Όπως απέφευγαν να μιλούν ανοιχτά γι'αυτό το θέμα οι γιαγιάδες μας όσο ήταν εν ζωή για να μας προφυλάξουν από την φρίκη των γεγονότων και από το μίασμα με το πιο σκοτεινό κομμάτι  της ανθρώπινης φύσης, έτσι και εγώ ελάχιστα ασχολήθηκα με το ζήτημα αυτών των προσφύγων.
Με άλλα θέματα ναι, με αυτό όχι.
Δεν γνωρίζω τους χορούς και τα τραγούδια τους, δεν μιλώ τη γλώσσα τους. Μαζεύοντας υλικό γι'αυτό το θέμα, πήραν άλλο νόημα οι σιωπές και τα μαύρα ρούχα. Έπιασε μεγαλύτερο χώρο  μέσα μου το θέμα της συλλογικότητας και της αλληλεγγύης. Οι λίγες κουβέντες που είχα ακούσει και φάνταζαν κάπως αναχρονιστικές  στα παιδικά μου χρόνια φωτίστηκαν με άλλο τρόπο, για δεύτερη φορά. Γιατί υπήρξε και πρώτη, αλλά με άλλο περιεχόμενο. .
Η μεγαλύτερη περιουσία μας είναι οι μνήμες λέει κάπου ο Φίλιππος Κουτσάφτης στην "Αγέλαστο πέτρα". Σε αυτή την ταινία αναγνώρισα κρυμμένα νοήματα σε συνήθειες και τελετουργίες των δικών μου ανθρώπων. Και μπόρεσα πια  να μοιραστώ με τους γύρω μου  τις   δικές μου αδικαιολόγητες εμμονές σε τόπους και καταστάσεις, να μιλήσω για τους δικούς μου ελκυστές. Η μνήμη είναι  η μόνη δύναμη που μπορεί να διαπεράσει τον ιστορικό χρόνο και να μας φέρει την πληροφορία και το νόημα που λείπει. Να μας δείξει τι δεν καταλάβαμε σαν κοινωνία και πρέπει να επεξεργαστούμε και πάλι. 
Για να μας προφυλάξουν, δεν μας μίλησαν  σχεδόν ποτέ για αγριότητες. Το απέφευγαν με κάθε τρόπο. Δεν κατηγόρησαν φυλές, δεν μίλησαν ποτέ για εκδίκηση. Μόνο λόγια νοσταλγίας για  τα μέρη τους, τα σπίτια τους, τις πλούσιες σοδειές και τις γεύσεις που εδώ δεν έβρισκαν.
Αλλά αρκετά ως εδώ, ας δούμε τι έγινε.

Δευτέρα, 17 Μαΐου 2010

ΜΙΚΡΟΙ ΠΑΡΘΕΝΩΝΕΣ

Ένα κείμενο από το www.antinews.gr στο ξεκίνημα της κρίσης.
Το αναδημοσιεύουμε κυρίως για την ενδιαφέρουσα συζήτηση που ακολούθησε στα σχόλια. κάντε κλικ εδώ
Ποια νομίζετε πως είναι η σημαντικότερη τεχνολογική επανάσταση στην Ιστορία της Ανθρωπότητας; Η μηχανική εσωτερικής καύσης; Η διάσπαση του ατόμου; 
Η πληροφορική;
 Τίποτε απ’ όλα αυτά. Η Γεωργία.
 Αυτή είναι η Μάνα του σύγχρονου πολιτισμού.
Ως τότε γυρίζαμε μισόγυμνοι και φοβισμένοι ακολουθώντας την μετανάστευση των θηραμάτων. Περιπλανώμενοι θηρευτές και καρποσυλλέκτες, ζούσαμε με το φάσμα της πείνας, μονίμως στον άγριο αγώνα της επιβίωσης. Τα υπάρχοντα μας ήταν ελάχιστα, ότι μπορούσαμε να κουβαλήσουμε στη ράχη μας.
Ένα γύρισμα της τύχης, οι κλιματικές αλλαγές, οι αρρώστιες ή το λοξοδρόμισμα των κοπαδιών, μας οδηγούσαν στην απόλυτη ένδεια και τον αφανισμό. Τα αποθέματα τροφής μας κρατούσαν όσες μέρες κάνει το κρέας να σαπίσει και κάποτε – κάποτε τρώγαμε ο ένας τον άλλο.
Η τέχνη μας ήταν σκαριφήματα σε σπηλιές και χοντροκομμένα ειδώλια της μάνας γης κι οι αρρώστιες μας θέριζαν. Αν έφτανες τα τριάντα ήσουν φαινόμενο κι ερχόντουσαν από όλες τις σπηλιές και όλες τις φυλές των κυνηγών για να θαυμάσουν τον εσχατόγηρο.
 Ο μεγαλύτερος καινοτόμος λοιπόν ήταν αυτός, που παρατήρησε πρώτος τ’ άγρια σιτηρά, μάζεψε σπόρο, ξεχέρσωσε λίγο τόπο, έσπειρε, θέρισε.
Ξεδιάλεξε ακόμη καλύτερο σπόρο, ξανάσπειρε, ξαναθέρισε.
 Ο θεμελιωτής του πολιτισμού μας είναι αυτός που πρώτος εξασφάλισε έτσι απόθεμα τροφής, αυτός που πρώτος περπάτησε πίσω από το αλέτρι. Η περιπλανώμενη αγέλη των όρθιων «τρελλών» πιθήκων μπορούσε να ξέρει πια πως θα χε τροφή για μήνες, ως την επόμενη σοδειά. Αποκτήσαμε μόνιμη εγκατάσταση κι αντί για σπηλιές και λαγούμια, αντί για καλύβες από κλαριά και δέρματα που στήναμε πρόχειρα ακολουθώντας τα κοπάδια των θηραμάτων, χορτάτοι πια και χωρίς το φόβο της πείνας στο μάτι, πελεκήσαμε τις πέτρες, τις στoιβάξαμε και χτίσαμε γερά σπίτια, κι έχουμε σήμερα τόπους που κατοικούνται χιλιάδες χρόνια, αδιάκοπα. Χορτάτοι κι ασφαλείς μπορέσαμε να σηκώσουμε το βλέμμα μας ψηλά, ν’ αναρωτηθούμε, να σκεφτούμε. Σκαλίσαμε το ξύλο και την πέτρα, πληθύναμε κι οι αγροτικοί οικισμοί μας έγιναν πόλεις.
Μέσα σ’ αυτές είχαμε την ασφάλεια και τον ελεύθερο χρόνο να κατακτήσουμε την πολυτέλεια της γνώσης, να συνδιαλλαγούμε και να λογομαχήσουμε, να χτίσουμε θεσμούς, θρησκείες, ιδεολογίες, να δημιουργήσουμε επιστήμες.
 Νικήσαμε πολλές αρρώστιες κι η ζωή μας σιγά – σιγά επιμηκύνθηκε ως τα 75 – 80 χρόνια.
Τον θυμάμαι να σκύβει από πάνω μου και με τα δυο του χέρια να μου δείχνει τις αρχέγονες κινήσεις. Με το αριστερό να πιάσω μια χεριά στάχυα και σκύβοντας ελαφρά με το δεξί που κρατούσε το δρεπάνι να την θερίζω χαμηλά και να προχωρώ επαναλαμβάνοντας ρυθμικά τις ίδιες κινήσεις. Έκλεισε στις ροζιασμένες χούφτες του, αυτές που κάποτε στο Σαγγάριο σφίγγανε το ντουφέκι και το πολυβόλο, τις δικές μου και μου δειξε. Ύστερα μ’ άφησε, πήρε το δικό του δρεπάνι και προχωρούσαμε μαζί.Θερίζαμε δίπλα – δίπλα. Προχωρούσαμε αφήνοντας πίσω μας μικρούς σωρούς από ξανθά στάχυα. Συνονόματοι και με μια χαρακτηριστική ομοιότητα στο περπάτημα, στις κινήσεις. Τώρα πια ακόμη και στον χαρακτήρα. Ήμουν γύρω στα δέκα κι αυτός πια εβδομήντα τρία. Εκτελούσαμε μαζί το αρχαίο τελετουργικό της επιβίωσης.
Ήμασταν μύστες της πιο σπουδαίας Τεχνολογίας. 
Ξέρουμε πια πόσα χιλιόμετρα το χρόνο προχωρούσε αυτή η Τεχνολογική Επανάσταση από τη Μεσοποταμία στη Μικρά Ασία μέχρι να φτάσει στην απέναντι όχθη της Ελληνικής Λίμνης κι από κεί σιγά σιγά να ξαπλωθεί στα πέρατα της Ευρώπης. Υπάρχουν πράγματα που τα θεωρούμε δεδομένα.
Θα μπεις στο αυτοκίνητο, θα πας στην πολυεθνική αλυσίδα και θα βρεις τα πάντα.
Πολλά παιδιά νομίζουν ότι το ψωμί φυτρώνει στα ράφια. Οι αγρότες μας μέσα από την πελατειακή αφαίμαξη της επαρχίας από νεολαία, που στοιβάχτηκε στα Υπουργεία και τις ΔΕΚΟ με συμβάσεις και μισθούς πείνας, μετά την υποδούλωση τους στις επιδοτήσεις, την χημική μονοκαλλιέργεια και την υπερχρέωση, χρεωκόπησαν.
Πρώτα ηθικά κι ύστερα οικονομικά. Τα παιδιά τους και συχνά οι ίδιοι περιφρόνησαν κι εγκατέλειψαν την γη τους. Το νήμα μιας αδιάκοπης ιστορικής συνέχειας, αυτής της πρώτης και σημαντικότερης Τεχνολογίας, κόπηκε βίαια. Σήμερα οι Έλληνες παράγουν όλο και λιγότερη από την τροφή τους. Η εξέλιξη, η τυποποίηση και η βιολογική καλλιέργεια των παραδοσιακών προϊόντων μας, ειδών που εδώ παράγονται καλύτερα από αλλού αλλά και η εισαγωγή νέων, είναι κάτι που γίνεται σπασμωδικά, ανοργάνωτα και σε μικρή κλίμακα.
 Οι Έλληνες εγκατέλειψαν την γη τους και γέμισαν τις καφετέριες, τα σουβλατζίδικα και τους προθαλάμους των Υπουργείων. Προτιμούσαν να μπεγλεράνε με την φραπεδιά, περιμένοντας νέα για τα stage από τον μπάρμπα τον πολιτευτή, παρά να περπατήσουν πίσω από το αλέτρι. Δεν σπέρνουν στάρι, δεν θερίζουν, οι γυναίκες δεν ζυμώνουν, απαξιούν να ‘χουν κότες και να θρέψουν μια κατσίκα ή δυο πρόβατα, γιατί το φρέσκο γάλα τους μυρίζει, γιατί οι κότες μυρίζουν, τα ζώα θέλουν φροντίδα. γιατί το ζύμωμα θέλει κόπο. Όποια χωράφια είναι απρόσιτα στο τρακτέρ ή το αυτοκίνητο, εγκαταλείπονται. Ελάχιστοι καταδέχονται να βόσκουν το κοπάδι τους.
Θεωρούν υποτιμητική την δουλειά τους, προτιμούν τα παιδιά τους, ακόμη κι αν δεν είναι καλοί μαθητές να γίνουν κλητήρες σε οποιαδήποτε υπηρεσία και να ζουν σε γκαρσονιέρα στον Κολωνό, παρά να ζουν και να δουλεύουν στα χωράφια και στις στάνες. 
Τα κορίτσια φεύγουν πρώτα και τ’ αγόρια ανυπομονούν κι αυτά να πάνε στο «πέτσινο» Ελντοράντο της Αθήνας, στην πρωτεύουσα της πρέζας, της ανεργίας, στην πολυεθνική βαβέλ των εγχωρίων και των ντόπιων καταραμένων. 
Τα βοθροκάναλα των μπετατζήδων κι οι φυλλάδες τους και η μικροαστική νοοτροπία που βασιλεύει, θεωρεί εξευτελιστική ή έστω υποδεέστερη την ιδιότητα του αγρότη, του κτηνοτρόφου και του ψαρά. Ποια κοπέλα θα δεχόταν να μοιραστεί αυτή τη ζωή; Ποια κοπέλα μαθαίνει πια να την μοιράζεται αυτή τη ζωή; 
Η ίδια η Επανάσταση μας στηρίχθηκε στην αγροτιά. Αγρότες και βοσκοί ήταν ο κορμός του επαναστατικού στρατού. Κι αυτή η γη έθρεψε τον Λαό για αιώνες. Η επιβίωση του Λαού μας στην ναζιστική κατοχή, στην γενοκτονία του Χειμώνα 1941-1942, οφείλεται στην ύπαρξη της αγροτικής και ποιμενικής Ελλάδας, στην πρωτόγονη αλλά υπαρκτή, πλούσια και πολυποίκιλη παραγωγική της βάση. 
Η Αθήνα, η Πάτρα, η Θεσσαλονίκη έζησαν από την επαρχία κι όχι από το «Κουρτουλούς». Επιχαίρουν οι κυβερνώντες που θα δανειστούμε πάλι. Τέτοια επιτυχία! Δεν παράγουμε ΤΙΠΟΤΑ αλλά ξαναβρήκαμε δανεικά αλλά όχι αγύριστα. Η ραχοκοκαλιά του Έθνους, η αγροτική Ελλάδα, έχει πολλαπλά κατάγματα. 
Η αποβιομηχάνιση ήταν ένα έγκλημα αλλά η εγκατάλειψη της γης ενέχει κίνδυνο γενοκτονίας. Αν αύριο συμβεί κάτι, αν αδειάσουν τα ράφια, το χρήμα στερέψει, αν μια φυσική καταστροφή ή ένας πόλεμος διαταράξει την μεταφορά αγαθών για λίγους μήνες, θα φάμε ο ένας τον άλλο. Δεν θα μας τάζουν πια πιστώσεις για να υποκύψουμε σε αξιώσεις. Απλά θα μας κουνάνε μια φρατζόλα και θα μας δείχνουν μια ληγμένη κονσέρβα. 
Επιστροφή στη γη λοιπόν. Αλλαγή προτύπων. Αλλαγή αξιών. 
Δεν έχει Τιμή αλλά ούτε και προοπτική να προσδοκάς να ζήσεις ως παρίας στην Ομόνοια και περαστικός απ’ το Κολωνάκι. Εκεί κοντά στο Μαυρομάτι είναι δυο ελαιώνες, σε δυο πλαγιές. 
Πριν καλά – καλά γεννηθεί η μάνα μου ήταν λόγγος με θεόρατα πουρνάρια. Ένας νέος άντρας, μόνος του, με δυο άλογα, τριχιές κι ένα τσεκούρι, που μόλις είχε γυρίσει απ΄’ το Σαγγάριο, το Δορύλαιον και το Κάλε Γκρότο πάλευε κάθε μέρα, ολομόναχος.
 Πήχυ με το πήχυ καθάριζε με το τσεκούρι το λόγγο και με τ’ άλογα έδενε και ξερίζωνε τις βαθιές ρίζες. Κι ύστερα φύτευε μια ελιά κι ύστερα άλλη μια κι όλο προχωρούσε. 
Εκεί μετά από 50 χρόνια μου ‘δειχνε πως θερίζουνε το στάρι που φύτευε ανάμεσα στις ελιές του, που ‘θελες πια σκάλα για να τις μαζέψεις. Αυτοί είναι οι μικροί Παρθενώνες του μόχθου. 
Γεμάτη η Ελλάδα από αυτούς. Πεζούλες πάνω από την αρμύρα στα νησιά μας, όπου σε μια φλούδα γης βγάζανε στάρι, ελιές, αμπέλια ή ελαιώνες και περβόλια μέσα στην πέτρα ή εκεί που ‘ταν άγρια ρουμάνια. Χρειαζόμαστε πάλι τις παλιές μας συνήθειες με νέους τρόπους. Χρειαζόμαστε την κουλτούρα της εργατικότητας, της φιλοτιμίας και της αλληλεγγύης. Αυτή που δάμασε τους χερσότοπους, ανάθρεψε τις ελιές μας κι ανάστησε τον λαό μας. Να παράγουμε πάλι όχι μόνον την τροφή μας αλλά έτσι ν’ αναστήσουμε την ελπίδα μας και την αξιοπρέπεια μας.