Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2013

Το Σιτάρι οι ποικιλίες και η καλλιέργεια του.Β'


Πληροφορίες από τον  Γεωργικό Οργανισμό "ΔΗΜΗΤΡΑ"
Στον παρακάτω πίνακα φαίνονται η ταξινόμηση  των ειδών του σιταριού.
Κάντε κλικ για μεγέθυνση
Στην Ελλάδα  η παραγωγή μαλακού σιταριού έφτασε στα επίπεδα της αυτάρκειας τη δεκαετία του 1950 και προς τα τέλη του 1970 υπήρχε πλεόνασμα, το οποίο διατηρήθηκε μέχρι το 1984. Έκτοτε αρχίζει ραγδαία μείωση της καλλιέργειας του μαλακού σιταριού η οποία συνοδεύεται από αντίστοιχη αύξηση της καλλιέργειας του σκληρού με αποτέλεσμα από τότε η Ελλάδα να είναι ελλειμματική σε μαλακό σιτάρι και πλεονασματική σε σκληρό. Αυτό οφείλεται στην αλλαγή της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία έδωσε ισχυρά κίνητρα στους παραγωγούς σκληρού σιταριού το 1983, τα οποία παραμένουν σε ισχύ και σήμερα. Σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, από 7 εκατ. στρ. το 1980, η έκταση καλλιέργειας του μαλακού σιταριού έπεσε κάτω στις 900 χιλ. το 2004, ενώ το 2010 ήταν στο 1,3 εκατ. στρ. Αντίθετα η έκταση καλλιέργειας του σκληρού σιταριού από 2,3 εκατ. στρ. το 1980, αυξήθηκε σε 7,5 εκατ. στρ. το 2004 και το 2010 ήταν στα 5,3 εκατ. στρ. Αυτή η ραγδαία ανατροπή συνοδεύθηκε από μετακίνηση του μαλακού σιταριού στα πιο άγονα και του σκληρού στα πιο γόνιμα εδάφη με αποτέλεσμα τη μείωση της απόδοσης του πρώτου και την υποβάθμιση της ποιότητας του δεύτερου. Συνολικά η έκταση του σιταριού την τελευταία εικοσαετία έχει μειωθεί κατά 3,5 εκατ. στρ. Μεγάλο τμήμα αυτής της έκτασης βρίσκεται σε υποχρεωτική αγρανάπαυση ή έχει φυτευτεί με είδη δένδρων, συνέπεια σχετικών προγραμμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το μαλακό σιτάρι
Το μαλακό σιτάρι είναι ένα χειμωνιάτικο σιτηρό στο οποίο διακρίνουμε τρεις τύπους, ανάλογα με τις απαιτήσεις σε υγρό ψύχος ώστε να προκληθεί η εαρινοποίηση και ο σχηματισμός ανθοταξίας: το χειμερινό (απαιτεί πολλές ώρες υγρού ψύχους), τον ανοιξιάτικο (δεν απαιτείται εαρινοποίηση) και τον ενδιάμεσο ή εναλλακτικό.
Ο χειμερινός τύπος δεν καλλιεργείται στην Ελλάδα, γιατί ο χειμώνας είναι ήπιος, με αποτέλεσμα να καθυστερεί η εαρινοποίηση και ο σχηματισμός ανθοταξίας (όψιμο ξεστάχυασμα) και να μην ολοκληρώνεται η ωρίμανση. Οι ποικιλίες μαλακού σιταριού που καλλιεργούνται στη χώρα μας ανήκουν κατά κύριο λόγο στον ανοιξιάτικο τύπο, σπέρνονται το φθινόπωρο, διανύουν ένα μέρος του βιολογικού τους κύκλου κάτω από τις χαμηλές θερμοκρασίες του χειμώνα, ανθίζουν έγκαιρα την άνοιξη, καρποφορούν τον τελευταίο μήνα της και η συγκομιδή γίνεται τους πρώτους μήνες του καλοκαιριού. Τα τελευταία χρόνια έχουν δημιουργηθεί στο Ινστιτούτο Σιτηρών και ποικιλίες εναλλακτικού τύπου, που δίνουν πολύ υψηλές αποδόσεις στα υψίπεδα και στις βόρειες ψυχρές περιοχές της χώρας, όπως ο Νέστος και ο Αχέρων. 
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι ανοιξιάτικοι τύποι στην Ελλάδα μπορούν να σπαρούν νωρίς την άνοιξη (τέλη Φεβρουαρίου ως αρχές Μαρτίου) αλλά οι αποδόσεις θα είναι σημαντικά χαμηλότερες σε σχέση με τις φθινοπωρινές σπορές. Μεγάλο ποσοστό από τα βασικά θρεπτικά στοιχεία που απαιτούνται για τη διατροφή του ανθρώπου, βρίσκεται στους σπόρους του σιταριού, οι οποίοι περιέχουν:
Υδατάνθρακες
Πρωτεΐνες Λίπος Μέταλλα Βιταμίνες συμπλέγματος Α, Ε

60% - 80%
8% - 15% και πλέον 1,5% - 2% 1,5% - 2%

Οι πρωτεΐνες του σιταριού περιέχουν επαρκείς ποσότητες βασικών αμινοξέων, εκτός από λυσίνη, τρυπτοφάνη και μεθειονίνη, που βρίσκονται σε χαμηλές ποσότητες. Η μεγάλη θρεπτική αξία του σιταριού, η εύκολη αποθήκευση και μεταφορά του που απορρέουν από τη χαμηλή περιεκτικότητα των σπόρων του σε νερό (12%-13%), συνέβαλαν στην ανάδειξή του ως του πιο σημαντικού εμπορικού είδους τροφίμου για το 35% του πληθυσμού της γης.Οι περισσότερες από 17.000 διαφορετικές ποικιλίες σιταριού που υπάρχουν, συνθέτουν μία τεράστια γενετική παραλλακτικότητα η οποία επιτρέπει στο φυτό αυτό να καλλιεργείται και να δίνει υψηλές αποδόσεις  από το 67ο γεωγραφικό πλάτος στο Βόρειο Ημισφαίριο, μέχρι και το 45ο στο Νότιο (Αργεντινή).
Σήμερα το Ινστιτούτο Σιτηρών διαθέτει εξαιρετικές ποικιλίες μαλακού σιταριού τόσο σε αποδόσεις όσο και σε ποιότητα, η χρησιμοποίηση των οποίων μπορεί να αντιστρέψει την πορεία της καλλιέργειας και να βελτιώσει σημαντικά την ποιότητα του ελληνικού ψωμιού χωρίς τη βοήθεια προσμίξεων.
Τριτικάλε
Το τριτικάλε (X Triticosecale Wittmack) είναι το πρώτο επιτυχημένο προϊόν διγενικής διασταύρωσης. Δημιουργήθηκε στην προσπάθεια να παραχθεί ένα νέο σιτηρό από τη διασταύρωση μαλακού σιταριού (Triticum aestivum L. Em. Thell) ή σκληρού σιταριού (T. turgidum var. durum) με σίκαλη (Secale cereale L). Στόχος αυτής της δημιουργίας ήταν να υπερβεί στην απόδοση και άλλα χαρακτηριστικά τα καλλιεργούμενα σιτηρά, τουλάχιστον κάτω από ορισμένες συνθήκες.
Το τριτικάλε, όπως είναι γνωστό, είναι ένα φυτό προικισμένο με δυνατότητες που δεν διαθέτουν τα άλλα σιτηρά. Μπορεί να αξιοποιήσει καλύτερα τα οριακά περιβάλλοντα (όξινα, υποβαθμισμένα, ψυχρά κ.λ.π.) και να ανταγωνιστεί τα ζιζάνια λόγω αλληλοπάθειας, πολύ καλύτερα από τα υπόλοιπα σιτηρά. Οι ελληνικές ποικιλίες τριτικάλε συμπεριφέρονται πολύ καλά στην αρτοποίηση και δίνουν ψωμί ισάξιο πολλών ποικιλιών μαλακού σιταριού.
Άλλα είδη σιταριού
Το διπλοειδές T. monococcum (einkorn, engrain, μονόκοκκο σιτάρι με μοναδικό εκπρόσωπο στην Ελλάδα τον «Καπλουτζά»), έχει λέπυρα κίτρινα προς ελαφρό κόκκινο και λαμπερό. Η ράχη του σπάει κατά τον αλωνισμό, όπως και του δίκοκκου. Μόνο ένα άνθος είναι συνήθως γόνιμο ανά σταχύδιο. Ο στάχυς έχει άγανα και το μήκος του είναι περί τα 5 εκατοστά. Έχει μεγάλη αντοχή στο ψύχος και τις σκωριάσεις.
Το τετραπλοειδές T. dicoccum (emmer, farro, amidonnier, δίκοκκο σιτάρι, χωρίς παρουσία στην Ελλάδα)* έχει αγανοφόρους στάχεις, με δύο ως τέσσερα άνθη ανά σταχύδιο, παράγει όμως μόνο δύο κόκκους. Στον αλωνισμό οι σπόροι συγκρατούν τα λέπυρα και μέρος της ράχης. Επομένως, κι αυτό είναι «ντυμένο», όπως και το προηγούμενο.
Στο τρίτο «ντυμένο» είδος το εξαπλοειδές T. spelta (spelt, spelz, dinkel, epautre, χωρίς παρουσία στην Ελλάδα), το κομμάτι της ράχης μένει στο πάνω μέρος του κόκκου και ανήκει στο προηγούμενο σταχύδιο, ενώ στα δύο πρώτα η ράχη βρίσκεται στο κάτω μέρος. Τα στάχυα μπορεί να έχουν ή να μην έχουν άγανα. Τα σταχύδια είναι αραιά και κυρτωμένα προς την εσωτερική τους πλευρά. Σχηματίζουν τρία με τέσσερα άνθη και δύο συνήθως κόκκους (ή και τρεις). Είναι ανθεκτικό στο ψύχος, στο δαυλίτη, τον άνθρακα και τις σκωριάσεις.
Στη χώρα μας η εξέλιξη των καλλιεργειών μαλακού και σκληρού σιταριού εμφανίζεται στα δύο παρακάτω γραφήματα.Δείτε εδώ:
http://www.cerealinstitute.gr/index.php/el/antikeimena/texnologia-sitiron/36-analysies-tech
*Η παρουσίαση έγινε το 2012 που ακόμη δεν είχε αποφασιστεί η καλλιέργειά του.
Και όλα τα παραπάνω στην πράξη:
Ποικιλίες - Βιολογικό Αγρόκτημα Αδελφών Κιζιρίδη
http://www.e-agroktima.gr/piomicroniotakappaiotalambda943epsilonsigmaf.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Οι σκέψεις σας είναι ευπρόσδεκτες.Γράψτε ένα σχόλιο.